Μικαέλα Σάβα
Πάνω από τέσσερα δισεκατομμύρια ευρώ. Τόσα χρήματα θα χάσει η Ελλάδα από το Ταμείο Ανάκαμψης με τη λήξη του προγράμματος το 2026. Ενα ποσό που θα μπορούσε να αλλάξει τη φυσιογνωμία της χώρας. Να θωρακίσει τις υποδομές της. Να εκσυγχρονίσει το κράτος. Να ενισχύσει την παραγωγή. Να στηρίξει την κοινωνία. Το Ταμείο Ανάκαμψης παρουσιάστηκε ως η ιστορική ευκαιρία για τον «θεμελιώδη οικονομικό και κοινωνικό μετασχηματισμό του κράτους». Κι όμως, λίγα χρόνια μετά, τεράστιο μέρος αυτών των πόρων παραμένει εγκλωβισμένο σε καθυστερήσεις, ασάφειες και διοικητική αδράνεια, χαμένο μέσα σε φακέλους, αποφάσεις και γραφειοκρατικούς λαβύρινθους.
Αυτό προκύπτει ξεκάθαρα από τις συγκεντρωτικές αποφάσεις του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών για τις απορροφήσεις των υπουργείων που φέρνουμε σήμερα στο φως. Η έρευνα του Documento βασίστηκε στη συγκέντρωση, τη διασταύρωση και την ανάλυση στοιχείων για 733 έργα του Ταμείου Ανάκαμψης συνολικού προϋπολογισμού περίπου 22 δισ. ευρώ –σε όλα τα υπουργεία– από το 2021 έως και το 2026. Η συνολική αυτή εικόνα έρχεται να επιβεβαιώσει πλήρως τις διαδοχικές αποκαλύψεις του Documento για την αποτυχία της κυβέρνησης Μητσοτάκη να αξιοποιήσει τη μεγαλύτερη αναπτυξιακή ευκαιρία των τελευταίων δεκαετιών. Την ίδια στιγμή η Ευρωπαϊκή Επιτροπή είχε προειδοποιήσει ήδη από το 2025 πως ό,τι δεν ολοκληρωθεί μέχρι το καλοκαίρι του 2026 δεν θα χρηματοδοτηθεί. Δεν πρόκειται λοιπόν για έναν θεωρητικό κίνδυνο. Πρόκειται για προδιαγεγραμμένη απώλεια. Σήμερα, στο παρά πέντε της λήξης, επιχειρείται μια μαζική απορρόφηση με fast track διαδικασίες και αμφίβολη αποτελεσματικότητα, ενώ νευραλγικοί τομείς παραμένουν στάσιμοι: περιβάλλον, μεταφορές, ψηφιακό κράτος, υγεία, παραγωγή. Και η «ανάπτυξη» παραμένει σύνθημα χωρίς αντίκρισμα. Καθώς το Ταμείο Ανάκαμψης φτάνει στο τέλος του, το ερώτημα δεν είναι πια αν υπήρξαν καθυστερήσεις, αλλά πώς γίνεται μια χώρα που είχε στα χέρια της μια ιστορική ευκαιρία δισεκατομμυρίων να τη βλέπει να χάνεται μπροστά στα μάτια της.
Η ακτινογραφία του ΤΑΑ ανά υπουργείο
Στα τέλη Ιανουαρίου 2026 αναρτήθηκαν στη Διαύγεια οι συγκεντρωτικές αποφάσεις για τον προγραμματισμό των έργων του Ταμείου Ανάκαμψης ανά υπουργείο, καθώς και για την κατανομή των πιστώσεων ανά τρίμηνο. Για πρώτη φορά αποτυπώθηκε συνολικά –σε επίσημα έγγραφα– το πώς σκοπεύει το κράτος να διαχειριστεί τον τελευταίο χρόνο ζωής του Ταμείου. Το Documento συγκέντρωσε, διασταύρωσε και επεξεργάστηκε όλα τα διαθέσιμα στοιχεία για 733 έργα σε όλα τα υπουργεία, από το 2021 έως και το 2026, με συνολικό προϋπολογισμό που εντάσσεται στο πακέτο των περίπου 22 δισ. ευρώ. Από την ανάλυση προκύπτει ότι 4,37 δισ. ευρώ, δηλαδή σχεδόν 20% του συνόλου, θα χαθούν το 2026 επειδή δεν θα απορροφηθούν. Η εικόνα αυτή έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τις δηλώσεις του αναπληρωτή υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Νίκου Παπαθανάση τον Ιούνιο του 2025 περί πλήρους αξιοποίησης των πόρων έως το τέλος του 2026. Τα ίδια τα επίσημα έγγραφα της κυβέρνησης καταγράφουν ότι σημαντικό μέρος των έργων βρίσκεται ακόμη σε μεταβατικό ή αβέβαιο στάδιο.
Η Κομισιόν διαψεύδει τον Στουρνάρα
Οι κρίσιμες προθεσμίες ήταν ήδη γνωστές από το 2025. Στην έκθεση «The road to 2026» (Ιούνιος 2025) η Κομισιόν είχε ξεκαθαρίσει ότι όλα τα ορόσημα και οι στόχοι πρέπει να έχουν ολοκληρωθεί έως τις 31 Αυγούστου 2026, με τελευταίο αίτημα πληρωμής τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους. Παράλληλα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ξεκαθάριζε ρητά: «Σύμφωνα με τις εν λόγω διατάξεις, οποιαδήποτε ενέργεια που αναλαμβάνεται μετά τις 31 Αυγούστου 2026 για την εκπλήρωση των ορόσημων και των στόχων δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη στην αξιολόγηση των αιτημάτων πληρωμής». Άρα το στενό χρονοδιάγραμμα δεν προέκυψε αιφνιδιαστικά. Ήταν γνωστό.
Η ευρωπαϊκή αυτή προειδοποίηση έρχεται σε αντίθεση με πρόσφατες δημόσιες τοποθετήσεις του διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννη Στουρνάρα, ο οποίος έχει υποστηρίξει ότι το επενδυτικό κενό μετά τη λήξη του Ταμείου Ανάκαμψης «θα καλυφθεί σε μεγάλο βαθμό από άλλα χρηματοδοτικά εργαλεία και το νέο ΕΣΠΑ», αφήνοντας να εννοηθεί ότι δεν συντρέχει λόγος ανησυχίας. Ωστόσο σε καμία από τις πρόσφατες εκθέσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και των ευρωπαϊκών ελεγκτικών μηχανισμών δεν υπάρχει αντίστοιχη εκτίμηση που να επιβεβαιώνει αυτή την εικόνα. Αντιθέτως, όλα τα επίσημα ευρωπαϊκά κείμενα τονίζουν την αυστηρότητα των προθεσμιών, τον κίνδυνο καθυστερήσεων και την αδυναμία μεταφοράς μη ολοκληρωμένων έργων σε μεταγενέστερα χρηματοδοτικά σχήματα. Με άλλα λόγια, η Κομισιόν δεν αντιμετωπίζει το τέλος του Ταμείου Ανάκαμψης ως «ομαλή μετάβαση» σε άλλα προγράμματα, αλλά ως σκληρό θεσμικό όριο, μετά το οποίο μη ολοκληρωμένα έργα παύουν να χρηματοδοτούνται.
Ποιος εγγυάται το αποτέλεσμα;
Η προοπτική απορρόφησης δισεκατομμυρίων ευρώ μέσα σε μόλις έναν χρόνο εγείρει σοβαρά ερωτήματα όχι μόνο για το αν είναι εφικτή επιχειρησιακά, αλλά και για το πώς θα διασφαλιστούν η διαφάνεια και η ποιότητα των παρεμβάσεων σε ένα ήδη θολό διοικητικό τοπίο. Η συγκέντρωση τόσο μεγάλου όγκου χρηματοδότησης στο τελικό έτος δημιουργεί συνθήκες πίεσης που δυσκολεύουν τον ουσιαστικό έλεγχο και την καθαρή αποτύπωση της προόδου. Τα ερωτήματα αυτά εντείνονται αν ληφθεί υπόψη ότι στον τομέα της υγείας καταγράφεται μέσα στο 2026 απορρόφηση περίπου 800 εκατ. ευρώ μέσα σε μόλις έναν χρόνο. Ένα άλμα που προκαλεί εύλογες απορίες για το πώς κατέστη εφικτή σε τόσο στενό χρονικό ορίζοντα η εκταμίευση ενός τόσο μεγάλου ποσού σε έναν τομέα όπου επί χρόνια καταγράφονταν καθυστερήσεις. Μέχρι πρόσφατα η δημόσια εικόνα της αξιοποίησης των πόρων περιοριζόταν κυρίως σε ανακαινίσεις νοσοκομειακών υποδομών και σε τελετές με έμφαση στο «κόψιμο κορδέλας», ενώ κρίσιμα ζητήματα στελέχωσης και λειτουργικής ενίσχυσης παρέμεναν σε δεύτερο πλάνο. Υποδομές χωρίς επαρκές προσωπικό ωστόσο δύσκολα μπορούν να μεταφραστούν σε ουσιαστική αναβάθμιση των υπηρεσιών υγείας. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον μαζικής και επιταχυνόμενης απορρόφησης προκύπτει ένα κρίσιμο ερώτημα: Ποιος εγγυάται τελικά την αποτελεσματικότητα και το πραγματικό αποτύπωμα αυτών των δαπανών;
Πέρα από τις προθεσμίες, η έρευνά μας καταδεικνύει ένα βαθύτερο πρόβλημα: την απουσία ενιαίου σχεδιασμού. Τα ίδια έργα εμφανίζονται με διαφορετικές ονομασίες, συμβάσεις επικαλύπτονται και το φυσικό αντικείμενο παραμένει ασαφές. Διαπιστώθηκε επίσης συστηματική κατάτμηση έργων κάτω από τα όρια διαγωνισμού και γενικόλογες συμβάσεις χωρίς μετρήσιμα αποτελέσματα. Η ελλιπής παρακολούθηση και η αποσπασματική δημοσιοποίηση στοιχείων ενισχύουν την αδιαφάνεια, ενώ συχνά δεν επιτρέπεται πλήρης ιχνηλασιμότητα των κονδυλίων. Το αποτέλεσμα είναι ένα κατακερματισμένο σύστημα όπου η πραγματική πρόοδος παραμένει δυσδιάκριτη. Σε αυτό το πλαίσιο, η έλλειψη καθαρής εικόνας δεν αποτελεί απλώς τεχνικό ζήτημα, αλλά θεσμικό πρόβλημα.
Ας δούμε κάποια από τα υπουργεία που βρίσκονται στην κορυφή της απώλειας εκατομμυρίων…
Πρώτο στη χασούρα το υπουργείο Περιβάλλοντος
Οι καθυστερήσεις στο υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας αποκτούν ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς αφορούν τομείς που –σύμφωνα με διεθνείς εκθέσεις– αποτελούν διαχρονικές αδυναμίες της χώρας, την ώρα που έργα ύψους σχεδόν 2 δισ. ευρώ εισέρχονται στο 2026 με αυξημένο κίνδυνο απώλειας. Στην έκθεση «Taming wildfires in the context of climate change: Τhe case of Greece» (2023) ο ΟΟΣΑ επισημαίνει ότι η Ελλάδα υστερεί συστηματικά στην πρόληψη πυρκαγιών, τη διαχείριση δασών και τη θωράκιση των οικισμών που βρίσκονται σε ζώνες υψηλού κινδύνου. Αντίστοιχα, το πρόγραμμα Climate-ADAPT της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στο Wildfire Peer Review Report for Greece (2024), καταγράφει σοβαρά κενά στην ετοιμότητα, στον συντονισμό των φορέων και στην αποκατάσταση ύστερα από φυσικές καταστροφές. Την ίδια στιγμή η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Περιβάλλοντος (EEA) επισημαίνει ότι οι οικονομικές απώλειες από πλημμύρες, πυρκαγιές και ακραία καιρικά φαινόμενα στην Ελλάδα αυξάνονται σταθερά τα τελευταία χρόνια, καθιστώντας επιτακτική την ανάγκη για έγκαιρες και συντονισμένες παρεμβάσεις.
Παρά τις επανειλημμένες αυτές προειδοποιήσεις, η εικόνα των έργων του Ταμείου Ανάκαμψης στο συγκεκριμένο υπουργείο αποτυπώνει σοβαρές υστερήσεις σε παρεμβάσεις στρατηγικής σημασίας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το έργο «Εθνικό Σχέδιο Αναδάσωσης – Antinero II (Αντιδιαβρωτικά και Αντιπλημμυρικά Έργα)» με συνολικό προϋπολογισμό 281,7 εκατ. ευρώ. Μέχρι το τέλος του 2025 είχαν απορροφηθεί μόλις 124,9 εκατ. ευρώ, ενώ παρέμεναν ανεκτέλεστα 156,8 εκατ. ευρώ. Πρόκειται για έργο που αφορά άμεσα την προστασία καμένων και ευάλωτων περιοχών από διάβρωση και πλημμύρες, δηλαδή από τα φαινόμενα που οι ευρωπαϊκές εκθέσεις χαρακτηρίζουν κορυφαίο κίνδυνο για τη χώρα. Αντίστοιχα, οι «Αυτοτελείς Μελέτες για Χαρακτηρισμό Δημοτικών Οδών», ύψους 196,9 εκατ. ευρώ, είχαν απορροφήσει μόλις 35,2 εκατ. ευρώ, αφήνοντας υπόλοιπο 161,7 εκατ. ευρώ. Το έργο συνδέεται με τον πολεοδομικό και περιβαλλοντικό σχεδιασμό, την αντιπλημμυρική προστασία και την ασφαλή πρόσβαση σε ορεινούς και απομονωμένους οικισμούς οι οποίοι πλήττονται συχνά από ακραία καιρικά φαινόμενα.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και το πρόγραμμα «Εξοικονομώ κατ’ οίκον – Κύκλοι 2021-2022» με συνολικό προϋπολογισμό 1,66 δισ. ευρώ. Παρά το μέγεθός του, μέχρι το τέλος του 2025 είχαν απορροφηθεί περίπου 1,38 δισ. ευρώ, ενώ παρέμεναν ανεκμετάλλευτα 289,4 εκατ. ευρώ. Πρόκειται για ένα από τα βασικότερα εργαλεία ενεργειακής αναβάθμισης κατοικιών, με άμεση επίδραση στη μείωση της ενεργειακής φτώχειας και την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή, τομείς στους οποίους η Ελλάδα –σύμφωνα με τις ευρωπαϊκές εκθέσεις– παραμένει ευάλωτη. Το συνολικό συμπέρασμα είναι σαφές: σε έναν τομέα για τον οποίο οι διεθνείς οργανισμοί κρούουν διαρκώς τον κώδωνα του κινδύνου μεγάλα και κρίσιμα έργα πρόληψης, ανθεκτικότητας και ενεργειακής μετάβασης παραμένουν ημιτελή ή υποχρηματοδοτημένα.
Η ανθρώπινη ζωή κορόνα γράμματα
Το υπουργείο Υποδομών και Μεταφορών εισέρχεται στο τελευταίο έτος του Ταμείου Ανάκαμψης με έργα ύψους περίπου 919 εκατ. ευρώ σε καθεστώς αυξημένου κινδύνου. Πρόκειται για ένα υπουργείο που έχει ήδη σημαδευτεί από την τραγωδία των Τεμπών, καταδεικνύοντας με τον πιο δραματικό τρόπο τις χρόνιες ελλείψεις στον τομέα της σιδηροδρομικής ασφάλειας. Υπενθυμίζεται ότι η αποκατάσταση του συστήματος τηλεδιοίκησης στον σταθμό της Λάρισας, κρίσιμης σημασίας για την πρόληψη ατυχημάτων, θα μπορούσε να είχε γίνει με κόστος που εκτιμήθηκε μεταξύ μόλις 5.000 και 10.000 ευρώ. Παρ’ όλα αυτά, το σύστημα παρέμενε εκτός λειτουργίας.
Διεθνείς εκθέσεις, όπως εκείνες του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Σιδηροδρόμων, έχουν επισημάνει επανειλημμένα ότι η Ελλάδα δεν διαθέτει πλήρως λειτουργικό σύστημα ETCS, ούτε ολοκληρωμένη τηλεδιοίκηση και φωτοσήμανση σε όλο το δίκτυο. Χωρίς αυτά τα βασικά εργαλεία η αυτόματη επιβράδυνση ή ακινητοποίηση των συρμών σε περιπτώσεις ανθρώπινου λάθους παραμένει πρακτικά αδύνατη. Παρά τη στρατηγική σημασία αυτών των υποδομών, κρίσιμα έργα του Ταμείου Ανάκαμψης εμφανίζουν σοβαρές υστερήσεις. Χαρακτηριστικό είναι το έργο «Οργανωτική Μεταρρύθμιση του Σιδηροδρομικού Τομέα», προϋπολογισμού 5,55 εκατ. ευρώ, το οποίο παρουσιάζει μηδενική απορρόφηση παρά το γεγονός ότι αφορά τη διοικητική και λειτουργική ανασυγκρότηση του σιδηροδρόμου.
Αντίστοιχα, το υποέργο για την αποκατάσταση του σιδηροδρομικού δικτύου μετά τις καταστροφές Daniel και Elias, ύψους 233,1 εκατ. ευρώ, είχε απορροφήσει μόλις 81,1 εκατ. ευρώ, αφήνοντας ανεκτέλεστα σχεδόν 152 εκατ. ευρώ. Πρόκειται για έργο ζωτικής σημασίας για την ασφάλεια και τη λειτουργικότητα του δικτύου σε περιοχές που επλήγησαν σοβαρά από ακραία φαινόμενα. Την ίδια στιγμή πρέπει να υπογραμμιστεί ότι τα έργα του Ταμείου Ανάκαμψης δεν επιβάλλονται από την ΕΕ. Καθορίζονται από την εκάστοτε κυβέρνηση, η οποία προτείνει, ιεραρχεί και εντάσσει τις παρεμβάσεις στο εθνικό σχέδιο. Η απουσία ολοκληρωμένων και έγκαιρων επενδύσεων στην ασφάλεια των μεταφορών δεν αποτελεί ευρωπαϊκή αστοχία, αλλά πολιτική επιλογή.
Η εικόνα που προκύπτει δεν είναι αυτή ενός κράτους που θέτει ως πρώτη προτεραιότητα την πρόληψη, την ασφάλεια και την προστασία της ανθρώπινης ζωής, αλλά ενός μηχανισμού που αφήνει βασικές υποδομές να σέρνονται μέχρι την ύστατη στιγμή.
Ψηφιακή… απώλεια άνω του μισού δισ.
Το υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης εισέρχεται στο 2026 χάνοντας 601 εκατ. ευρώ από το Ταμείο Ανάκαμψης. Πρόκειται για ένα υπουργείο που βρίσκεται στον πυρήνα της κυβερνητικής αφήγησης περί εκσυγχρονισμού του κράτους. Τον Ιούνιο του 2025, σε συνέντευξή του στη γαλλική εφημερίδα «Les Échos», ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης δήλωνε ότι «ο ψηφιακός μετασχηματισμός στην Ελλάδα έχει υιοθετηθεί πλήρως». Ωστόσο τα επίσημα στοιχεία του Ταμείου Ανάκαμψης σκιαγραφούν μια διαφορετική πραγματικότητα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το έργο «Ψηφιοποίηση Αρχείων Πολεοδομικής Πληροφορίας», ύψους 229,6 εκατ. ευρώ, το οποίο μέχρι το τέλος του 2025 είχε απορροφήσει μόλις 91,5 εκατ. ευρώ αφήνοντας υπόλοιπο 138,1 εκατ. ευρώ. Πρόκειται για έργο κομβικής σημασίας για τη μείωση της γραφειοκρατίας, την επιτάχυνση αδειοδοτήσεων και τη διαφάνεια στις πολεοδομικές διαδικασίες.
Ακόμη πιο προβληματική είναι η εικόνα στο έργο «Δράσεις για την ενίσχυση της ασφάλειας των πληροφοριών και των συστημάτων του Δημόσιου Τομέα», προϋπολογισμού 52 εκατ. ευρώ. Μέχρι το τέλος του 2025 είχαν απορροφηθεί μόλις 152.000 ευρώ, αφήνοντας ανεκτέλεστα 51,9 εκατ. ευρώ. Σε μια περίοδο αυξημένων κυβερνοαπειλών η ελλιπής πρόοδος στον τομέα της κυβερνοασφάλειας συνιστά σοβαρό θεσμικό κενό.
Την ίδια στιγμή, ο «Ψηφιακός Μετασχηματισμός Μητρώου Τουριστικών Επιχειρήσεων», ύψους 10,1 εκατ. ευρώ, εμφανίζει μηδενική απορρόφηση παρά τη σημασία του για τη διαφάνεια και την εποπτεία ενός στρατηγικού κλάδου της οικονομίας. Ιδιαίτερη σημασία έχει το έργο «Αναβάθμιση και επέκταση πληροφοριακών συστημάτων τομέα Δικαιοσύνης», ύψους 67,7 εκατ. ευρώ. Μέχρι το τέλος του 2025 είχαν απορροφηθεί 40,5 εκατ. ευρώ, ενώ παρέμεναν ανεκτέλεστα 27,2 εκατ. ευρώ. Πρόκειται για έργο που θα μπορούσε να επιταχύνει την ηλεκτρονική διαχείριση υποθέσεων, να μειώσει τις καθυστερήσεις και να ενισχύσει τη διαφάνεια. Απόδειξη; Η CEPEJ κατατάσσει την Ελλάδα στις τελευταίες θέσεις της ΕΕ στη χρήση ψηφιακών εργαλείων στη Δικαιοσύνη, χαρακτηρίζοντας τις πιλοτικές εφαρμογές αργές και αποσπασματικές. Στο ίδιο μήκος κύματος, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή (EU Justice Scoreboard 2025) καταγράφει περιορισμένη ηλεκτρονική κατάθεση, ελλιπή πρόσβαση σε δεδομένα και απουσία αυτοματισμών. Παράλληλα, ο ΟΟΣΑ επισημαίνει ότι οι καθυστερήσεις στη Δικαιοσύνη υπονομεύουν επενδύσεις και ανταγωνιστικότητα. Η εικόνα που προκύπτει είναι σαφής: κρίσιμοι τομείς του ψηφιακού μετασχηματισμού –πολεοδομία, κυβερνοασφάλεια, τουρισμός– παραμένουν στάσιμοι ή ημιτελείς. Παρά τη ρητορική περί «πλήρους υιοθέτησης», μεγάλα έργα μεταφέρονται στο τελευταίο έτος του Ταμείου, επιβεβαιώνοντας ότι η ψηφιακή μετάβαση –σε βασικά πεδία– παραμένει ανολοκλήρωτη.
Για ποια ανάπτυξη μιλάμε τελικά;
Το υπουργείο Ανάπτυξης το 2026 έχει περίπου 118 εκατ. ευρώ σε αυξημένο κίνδυνο απώλειας, σε μια περίοδο που η κυβέρνηση προβάλλει την «ανάπτυξη» ως κεντρικό αφήγημα της οικονομικής πολιτικής της. Τα στοιχεία του Ταμείου Ανάκαμψης κατακρημνίζουν αυτό το αφήγημα και αποκαλύπτουν σημαντικές υστερήσεις σε έργα που θα μπορούσαν να στηρίξουν την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το πρόγραμμα «Εμβληματικές Επενδύσεις Εξαιρετικής Σημασίας», προϋπολογισμού 171,1 εκατ. ευρώ, το οποίο μέχρι το τέλος του 2025 είχε απορροφήσει μόλις 74,6 εκατ. ευρώ αφήνοντας ανεκτέλεστα σχεδόν 96,6 εκατ. ευρώ. Πρόκειται για παρεμβάσεις που υποτίθεται ότι θα προσέλκυαν μεγάλες στρατηγικές επενδύσεις και θα δημιουργούσαν θέσεις εργασίας υψηλής προστιθέμενης αξίας. Αντίστοιχα, το έργο «Νέα Βιομηχανικά Πάρκα», ύψους 66 εκατ. ευρώ, είχε απορροφήσει μόλις 16,8 εκατ. ευρώ, με υπόλοιπο 49,2 εκατ. ευρώ. Σε μια χώρα με περιορισμένη βιομηχανική βάση η καθυστέρηση στη δημιουργία σύγχρονων παραγωγικών υποδομών αποτελεί σοβαρό αναπτυξιακό εμπόδιο. Η φαινομενική απόκλιση στα ποσά οφείλεται στον τρόπο κατανομής της χρηματοδότησης ανά έτος. Στα προγράμματα του υπουργείου εμφανίζεται συνολικό «Υπόλοιπο Π/Υ από 01.01.26 έως 31.12.29» ύψους 367,9 εκατ. ευρώ, ενώ για το 2026 έχουν εγγραφεί μόλις 250 εκατ. ευρώ. Έτσι, σημαντικό μέρος των κονδυλίων μετατίθεται στα επόμενα χρόνια χωρίς πλήρη εξασφάλιση, αυξάνοντας τον κίνδυνο καθυστερήσεων και απώλειας πόρων. Το συμπέρασμα είναι αναπόφευκτο: όταν βασικά εργαλεία ενίσχυσης της παραγωγής και της επιχειρηματικότητας μένουν πίσω, η «ανάπτυξη» παραμένει περισσότερο επικοινωνιακό σύνθημα παρά μετρήσιμο οικονομικό αποτέλεσμα.
ΠΗΓΗ Documento












































