Καταρρίπτονται οι εξωφρενικοί ισχυρισμοί του Τραμπ στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ για τον πόλεμο κατά του Ιράν
Της Humaira Ahad
Ο Αμερικανός Πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ ανέβηκε στο βήμα της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ την Τρίτη και προέβη σε μια σειρά από σαρωτικούς ισχυρισμούς σχετικά με το Ιράν, το πυρηνικό του πρόγραμμα, τον πόλεμο που διεξήχθη και τα Στενά του Ορμούζ.
Παρουσίασε τη στρατιωτική επιθετικότητα της Ουάσιγκτον ως μια εκστρατεία για την εξουδετέρωση μιας «ιρανικής απειλής», ενώ παρουσίασε την Τεχεράνη ως την πηγή «δεκαετιών αιματοχυσίας σε όλη τη Δυτική Ασία».
Πίσω από την τετριμμένη ρητορική κρυβόταν μια εκδοχή των γεγονότων γεμάτη ψεύδη, παραλείψεις και κατάφωρες διαστρεβλώσεις.
Για παράδειγμα, ο Τραμπ ισχυρίστηκε ότι το Ιράν σκότωσε «72.000 δικούς του πολίτες», περιέγραψε το πυρηνικό πρόγραμμα της χώρας ως «αφανισμένο» από τις ΗΠΑ, δήλωσε ότι το σύνολο του ναυτικού της Τεχεράνης —που αποτελούνταν από 159 πλοία— καταστράφηκε, κατηγόρησε το Ιράν για παραβίαση της εκεχειρίας και είπε ότι οι ναυτικές δυνάμεις των ΗΠΑ διακινούσαν δεκάδες πλοία και δισεκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου μέσω των Στενών του Ορμούζ.
Τίποτα από αυτά δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.
Οι εκτιμήσεις των αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών έδειξαν ότι το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν δεν καταστράφηκε· ερευνητές του Πενταγώνου κατέγραψαν εκατοντάδες κατεστραμμένες αμερικανικές εγκαταστάσεις σε όλη την περιοχή και εξάντληση των αποθεμάτων πυρομαχικών, με την αμερικανική πολεμική μηχανή να επωμίζεται δαπάνες δεκάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων.
Οι αμερικανικές απώλειες σε ανθρώπινο δυναμικό και αεροσκάφη αυξήθηκαν, ενώ η κίνηση στα Στενά του Ορμούζ κατέρρευσε αντί να επανέλθει σε οποιαδήποτε κατάσταση που να θυμίζει κανονικότητα μετά την αμερικανο-ισραηλινή επίθεση κατά του Ιράν.
Ακολουθεί μια ανάλυση των πιο κραυγαλέων ψευδών ισχυρισμών του Τραμπ για το Ιράν και των όσων καταδεικνύουν τα τεκμηριωμένα στοιχεία.
Ισχυρισμός: Επί 51 χρόνια, το Ιράν (Ισλαμική Δημοκρατία) «κυβερνά με αιματοχυσία και μαζικές δολοφονίες», σπέρνοντας τον «θάνατο, τη σφαγή και το χάος» σε ολόκληρη τη Δυτική Ασία και πέρα από αυτήν.
Πραγματικότητα: Πέρα από τον εσφαλμένο ισχυρισμό ότι το Ιράν σπέρνει τον «θάνατο και το χάος» στην περιοχή, η χρονολόγηση που παραθέτει ξεκινά επίσης με μια βασική ιστορική διαστρέβλωση.
Η Ισλαμική Δημοκρατία ιδρύθηκε το 1979 μετά τη νίκη της Ισλαμικής Επανάστασης, πράγμα που σημαίνει ότι βρίσκεται στην εξουσία εδώ και 47 χρόνια, και όχι 51, όπως ισχυρίστηκε ο μεγαλομανής Αμερικανός πρόεδρος. Η παρουσίαση του Ιράν από τον Τραμπ ως δύναμης «αιματοχυσίας και επιθετικότητας» έρχεται σε αντίθεση με τα ιστορικά δεδομένα.
Τους τελευταίους δύο αιώνες, το Ιράν έχει αγωνιστεί για την υπεράσπιση της επικράτειάς του και την αποτροπή επιθέσεων, αντί να επιδιώκει πολέμους κατάκτησης ή εδαφικής επέκτασης.
Ακόμη και αμερικανικοί κυβερνητικοί φορείς και ινστιτούτα χάραξης πολιτικής περιγράφουν το στρατιωτικό δόγμα της Ισλαμικής Δημοκρατίας ως πρωτίστως αμυντικό και βασισμένο στην αποτροπή, με επίκεντρο την προστασία της εδαφικής ακεραιότητας του Ιράν.
Μια εκτίμηση του Ινστιτούτου των ΗΠΑ για την Ειρήνη (US Institute of Peace) αναφέρει ότι το Ιράν «δεν έχει εδαφικές φιλοδοξίες και δεν επιδιώκει να εισβάλει, να κατακτήσει ή να καταλάβει άλλα κράτη».
Αυτό έρχεται σε πλήρη αντίθεση με το σύγχρονο ιστορικό της ίδιας της Ουάσιγκτον όσον αφορά τις εισβολές σε χώρες, τη διεξαγωγή παρατεταμένων πολέμων στο εξωτερικό, τη θανάτωση αμάχων, την καταστροφή υποδομών και, σε αρκετές περιπτώσεις, τη ριζική μεταβολή ολόκληρων κρατών.
Η κλίμακα αυτού του ιστορικού καθίσταται σαφής αν εξεταστούν οι σημαντικότερες εισβολές και στρατιωτικές επεμβάσεις υπό την ηγεσία των ΗΠΑ τις τελευταίες δεκαετίες.
Στις 15 Απριλίου 1986, οι Ηνωμένες Πολιτείες εξαπέλυσαν την επιχείρηση «El Dorado Canyon», βομβαρδίζοντας στόχους κοντά στην Τρίπολη και τη Βεγγάζη, αφού η Ουάσιγκτον κατηγόρησε τη λιβυκή κυβέρνηση ότι υποστήριζε τη διεθνή τρομοκρατία. Συμμετείχαν περισσότερα από 100 αμερικανικά αεροσκάφη, εκ των οποίων τα 27 εκτέλεσαν τις κύριες αποστολές βομβαρδισμού, ρίχνοντας περίπου 150 τόνους πυρομαχικών.
Οι αναφορές για τα θύματα εκείνης της περιόδου καταγράφουν τον θάνατο 45 Λίβυων στρατιωτικών και αξιωματούχων, καθώς και 15 Λίβυων αμάχων.
1988: Το USS Vincennes και η πτήση 655 της Iran Air
Στις 3 Ιουλίου 1988, το καταδρομικό του αμερικανικού πολεμικού νααυτικού USS Vincennes εκτόξευσε πύραυλο εναντίον ενός Airbus A300 της Iran Air που πετούσε πάνω από τον Περσικό Κόλπο, σκοτώνοντας και τους 290 επιβαίνοντες, ανάμεσά τους 66 παιδιά και 16 μέλη του πληρώματος.
Η Ουάσιγκτον ισχυρίστηκε ότι το αεροσκάφος καταρρίφθηκε «κατά λάθος». Δεν υπήρξε επίσημη αμερικανική συγγνώμη για το αποτρόπαιο αυτό έγκλημα.
Το περιστατικό αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία σε σχέση με την παρουσίαση του Ιράν από τον Τραμπ ως «πηγής περιφερειακής αιματοχυσίας», καθώς ένα από τα πιο πολύνεκρα περιστατικά που αφορούσαν Ιρανούς αμάχους εκείνη την περίοδο προκλήθηκε από αμερικανικό πολεμικό πλοίο που επιχειρούσε κοντά στα ιρανικά χωρικά ύδατα. 1995, Επιχείρηση Deliberate Force: Βοσνία
Οι ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ εξαπέλυσαν την αποκαλούμενη Επιχείρηση Deliberate Force (Σκόπιμη Ισχύς) εναντίον θέσεων των Σέρβων της Βοσνίας. Η επιχείρηση προκάλεσε σοβαρές ζημιές στις στρατιωτικές δυνατότητες των Σέρβων και συνέβαλε στην ανατροπή της ισορροπίας δυνάμεων στον πόλεμο της Βοσνίας.
Η εκστρατεία βομβαρδισμών προκάλεσε τον θάνατο 152 αμάχων και τον τραυματισμό σχεδόν 300, σύμφωνα με τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στο υλικό. Η επιχείρηση διεξήχθη χωρίς ειδική εξουσιοδότηση από το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ για την αεροπορική εκστρατεία, γεγονός που παραμένει κεντρικό σημείο της συζήτησης σχετικά με τη νομιμότητά της.
1999, Επιχείρηση Allied Force: Γιουγκοσλαβία
Στις 24 Μαρτίου 1999, οι ΗΠΑ, από κοινού με το ΝΑΤΟ, εξαπέλυσαν την αποκαλούμενη Επιχείρηση Allied Force (Συμμαχική Ισχύς) εναντίον της Γιουγκοσλαβίας. Η εκστρατεία περιελάμβανε εκτεταμένους βομβαρδισμούς κατοικημένων περιοχών, εγκαταστάσεων τηλεόρασης και ραδιοφώνου, νοσοκομείων, εργοστασίων, επιχειρήσεων και υποδομών.
Δεκατέσσερις χώρες-μέλη του ΝΑΤΟ συμμετείχαν στο πλευρό των Ηνωμένων Πολιτειών. Οι βομβαρδισμοί κατέστρεψαν ή προκάλεσαν ζημιές σε 82 σιδηροδρομικές και οδικές γέφυρες, 48 νοσοκομεία, 25 ταχυδρομεία και τηλεγραφεία, 70 σχολεία, εννέα πανεπιστημιακά κτίρια και τέσσερις φοιτητικές εστίες, 18 νηπιαγωγεία, 35 εκκλησίες και 29 μοναστήρια, συμπεριλαμβανομένων μνημείων πολιτιστικής κληρονομιάς που προστατεύονται από την UNESCO.
Στους στόχους περιλαμβάνονταν επίσης το τηλεοπτικό κέντρο στο Βελιγράδι, μια αυτοκινητοπομπή Αλβανών προσφύγων και η πρεσβεία της Κίνας στη Σερβία.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της σερβικής κυβέρνησης που αναφέρονται στο υλικό, οι βομβαρδισμοί προκάλεσαν τον θάνατο περίπου 2.500 ανθρώπων, ανάμεσά τους 89 παιδιά, και τον τραυματισμό 12.500 ατόμων.
Περίπου 863.000 άνθρωποι, κυρίως Σέρβοι που ζούσαν στο Κοσσυφοπέδιο, εγκατέλειψαν την περιοχή, ενώ άλλοι 590.000 έγιναν πρόσφυγες. Οι εκτιμήσεις για την οικονομική ζημιά κυμαίνονταν από 30 έως 100 δισεκατομμύρια δολάρια.
Η Ανεξάρτητη Διεθνής Επιτροπή για το Κοσσυφοπέδιο, η οποία συστάθηκε τον Αύγουστο του 1999 για να εξετάσει την επέμβαση του ΝΑΤΟ, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η επέμβαση ήταν παράνομη. Επίσης, άσκησε κριτική για τη χρήση βομβών διασποράς και τον βομβαρδισμό χημικών εργοστασίων και διυλιστηρίων πετρελαίου, λόγω των περιβαλλοντικών επιπτώσεων που προκλήθηκαν. Το 2002, ο ΟΗΕ επιβεβαίωσε την ύπαρξη ραδιενεργού ρύπανσης στο Κοσσυφοπέδιο μετά τους αμερικανικούς βομβαρδισμούς.
Ο απολογισμός μετά την 11η Σεπτεμβρίου: εκατομμύρια νεκροί, δεκάδες εκατομμύρια εκτοπισμένοι
Σύμφωνα με το πρόγραμμα «Costs of War» (Το Κόστος του Πολέμου) του Ινστιτούτου Watson για τις Διεθνείς και Δημόσιες Υποθέσεις του Πανεπιστημίου Brown, οι πόλεμοι υπό την ηγεσία των ΗΠΑ από το 2001 έχουν προκαλέσει άμεσα περίπου 940.000 θανάτους στο Αφγανιστάν, το Πακιστάν, το Ιράκ, τη Συρία, την Υεμένη και άλλες εμπόλεμες ζώνες της περιόδου μετά την 11η Σεπτεμβρίου.
Ο αριθμός των έμμεσων θανάτων εκτιμάται σε επιπλέον 3,6 έως 3,8 εκατομμύρια, ανεβάζοντας τον συνολικό αριθμό των θανάτων από τους πολέμους της περιόδου μετά την 11η Σεπτεμβρίου σε τουλάχιστον 4,5 έως 4,7 εκατομμύρια – αριθμός που συνεχίζει να αυξάνεται.
Οι πόλεμοι προκάλεσαν τον εκτοπισμό περίπου 38 εκατομμυρίων ανθρώπων στο Αφγανιστάν, το Πακιστάν, το Ιράκ, τη Συρία, τη Λιβύη, την Υεμένη, τη Σομαλία και τις Φιλιππίνες. Το οικονομικό κόστος έχει φτάσει περίπου τα 8 τρισεκατομμύρια δολάρια. Η έρευνα «Costs of War» (Το Κόστος του Πολέμου) του Πανεπιστημίου Μπράουν έχει τεκμηριώσει τη διάβρωση των πολιτικών ελευθεριών και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στις ΗΠΑ και στο εξωτερικό.
Ισχυρισμός: Το Ιράν «έσφαξε» πάνω από 72.000 πολίτες του φέτος. Πρόσφατα, 10.000 σκοτώθηκαν επειδή «διαμαρτύρονταν».
Πραγματικότητα: Ο εξωπραγματικός αριθμός θυμάτων που επικαλείται ο Τραμπ —και τον οποίο αναθεωρεί συνεχώς ανά μερικές εβδομάδες— απαιτεί σύγκριση με τα διαθέσιμα επίσημα στοιχεία.
Την 1η Φεβρουαρίου, η ιρανική κυβέρνηση δημοσίευσε τα ονόματα σχεδόν 3.000 ανθρώπων που σκοτώθηκαν κατά τη διάρκεια των ταραχών —υποκινούμενων από το εξωτερικό— στις αρχές Ιανουαρίου.
Η ιρανική Προεδρία έδωσε στη δημοσιότητα κατάλογο με 2.986 νεκρούς, συμπεριλαμβανομένων των πλήρων ονομάτων τους, των ονομάτων των πατέρων τους και των έξι τελευταίων ψηφίων των αριθμών ταυτότητάς τους.
Σε ανακοίνωσή της, η ιρανική κυβέρνηση προσδιόρισε τον συνολικό αριθμό των νεκρών στους 3.117. Μια ανακοίνωση που εκδόθηκε στα τέλη Ιανουαρίου ανέφερε ότι περισσότεροι από 600 από τους θανόντες ήταν ταραχοποιοί και τρομοκράτες, ενώ οι υπόλοιποι ήταν πολίτες και μέλη των δυνάμεων ασφαλείας που σκοτώθηκαν κυρίως από βαριά οπλισμένους ταραχοποιούς.
Οι ταραχές που υποκινήθηκαν από το εξωτερικό συνοδεύτηκαν από εκτεταμένες καταστροφές, συμπεριλαμβανομένων συστηματικών επιθέσεων σε αγορές (παζάρια), καταστήματα, τράπεζες, τεμένη, νοσοκομεία, ασθενοφόρα, πυροσβεστικούς σταθμούς, κλινικές και δημόσιες υποδομές.
Στοιχεία που παρουσιάστηκαν από την κυβέρνηση έδειξαν ότι στις συστηματικές και συντονισμένες ταραχές εμπλέκονταν δίκτυα κατασκόπων που υποστηρίζονταν από το εξωτερικό.
Εκφράζοντας τη στήριξή του στους ταραχοποιούς, ο πρώην υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Μάικ Πομπέο έγραψε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης: «Καλή χρονιά σε κάθε Ιρανό που βρίσκεται στους δρόμους. Επίσης, σε κάθε πράκτορα της Μοσάντ που βαδίζει δίπλα τους».
Η Μοσάντ εξέδωσε ξεχωριστά μήνυμα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης στην περσική γλώσσα, προτρέποντας τους ταραχοποιούς να «βγουν όλοι μαζί στους δρόμους. Η ώρα έφτασε», και δηλώνοντας ότι οι πράκτορές της ήταν παρόντες «όχι μόνο από απόσταση και λεκτικά», αλλά και «στο πεδίο της δράσης».
Ισχυρισμός: Εγώ (ο Τραμπ) δεν θα επιτρέψω ποτέ στο Ιράν να αποκτήσει πυρηνικό όπλο.
Πραγματικότητα: Ο Τραμπ παρουσίασε τη συνεχιζόμενη στρατιωτική επιθετικότητα των ΗΠΑ κατά του Ιράν ως το μέσο για να εμποδιστεί το Ιράν να αποκτήσει πυρηνικό όπλο. Το Ιράν, ως συμβαλλόμενο μέρος στη Συνθήκη για τη Μη Διάδοση των Πυρηνικών Όπλων (NPT), υποστηρίζει σταθερά ότι το πυρηνικό του πρόγραμμα είναι ειρηνικού χαρακτήρα και τελεί υπό την εποπτεία του Διεθνούς Οργανισμού Ατομικής Ενέργειας (IAEA).
Η κλίμακα των διεθνών επιθεωρήσεων υπήρξε σημαντική. Μόνο κατά τα έτη 2023 και 2024, οι ιρανικές πυρηνικές εγκαταστάσεις υποβλήθηκαν σε περισσότερες από 427 επιθεωρήσεις —ένα επίπεδο ελέγχου «πρωτοφανές» για τα χρονικά της παγκόσμιας πυρηνικής εποπτείας, όπως έχουν παραδεχθεί ακόμη και αξιωματούχοι του ΟΗΕ.
Σε πρόσφατη συνέντευξή του, ο Υποστράτηγος Μοχσέν Ρεζαΐ, Γραμματέας του Ανώτατου Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας (SNSC) του Ιράν, δήλωσε: «Παραμένουμε προσηλωμένοι στη φάτβα (θρησκευτικό διάταγμα) του μάρτυρα Ηγέτη της Επανάστασης και δεν έχουμε μεταβάλει το πυρηνικό μας δόγμα, ωστόσο δεν γνωρίζουμε τι θα συμβεί στο μέλλον».
Μέσω θρησκευτικού διατάγματος, ο μάρτυρας Ηγέτης της Ισλαμικής Επανάστασης, Αγιατολάχ Σαγιέντ Αλί Χαμενεΐ, διακήρυξε ότι όχι μόνο τα πυρηνικά όπλα αλλά και άλλα όπλα μαζικής καταστροφής —συμπεριλαμβανομένων των χημικών και βιολογικών όπλων— συνιστούν σοβαρή απειλή για την ανθρωπότητα, και κήρυξε τη χρήση τους απαγορευμένη.
Ο ισχυρισμός του Τραμπ ότι ο αμερικανικός στρατός «ισοπέδωσε» το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν έρχεται σε άμεση αντίθεση με την εκτίμηση των αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών που ακολούθησε τη λεγόμενη «Επιχείρηση Midnight Hammer» (Σφυρί του Μεσονυκτίου).
Κατά τη διάρκεια της 12ήμερης αμερικανο-ισραηλινής επίθεσης εναντίον του Ιράν τον Ιούνιο του περασμένου έτους, οι Ηνωμένες Πολιτείες έπληξαν τρεις πυρηνικές εγκαταστάσεις ειρηνικού σκοπού —τις Fordow, Natanz και Isfahan— χρησιμοποιώντας βόμβες διάτρησης οχυρωματικών έργων (bunker-busters), ικανές να διαπεράσουν έως και 18 μέτρα σκυροδέματος ή 61 μέτρα εδάφους.
Μια αρχική εκτίμηση των υπηρεσιών πληροφοριών του Πενταγώνου διαπίστωσε ότι τα πλήγματα «πιθανότατα καθυστέρησαν το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν κατά μερικούς μήνες, αντί να το καταστρέψουν».
Η έκθεση ανέφερε ότι το απόθεμα εμπλουτισμένου ουρανίου της Ισλαμικής Δημοκρατίας δεν εξαλείφθηκε, σύμφωνα με πηγές που γνώριζαν την αξιολόγηση της Υπηρεσίας Πληροφοριών Άμυνας (DIA).
Σύμφωνα με διάφορα δημοσιεύματα δυτικών μέσων ενημέρωσης, οι είσοδοι δύο πυρηνικών εγκαταστάσεων σφραγίστηκαν, αλλά μεγάλο μέρος των υποδομών που βρίσκονταν σε μεγάλο βάθος παρέμεινε άθικτο από τον αμερικανικό βομβαρδισμό.
Ισχυρισμός: Ως αποτέλεσμα της λεγόμενης «Επιχείρησης Epic Fury» (Επική Οργή), και τα 159 πλοία του ιρανικού πολεμικού ναυτικού «βρίσκονται πλέον στον βυθό της θάλασσας».
Πραγματικότητα: Ο ισχυρισμός του Τραμπ ότι καταστράφηκε ολόκληρος ο στόλος του ιρανικού ναυτικού διαψεύδεται κατηγορηματικά από τη συνεχιζόμενη πολεμική δράση των ιρανικών ναυτικών δυνάμεων κατά τη διάρκεια του πολέμου, συμπεριλαμβανομένης της ικανότητάς τους να εντοπίζουν, να αναχαιτίζουν και να απωθούν αμερικανικά ναυτικά μέσα στα στρατηγικής σημασίας ύδατα των Στενών του Ορμούζ.
Τις πρώτες πρωινές ώρες της 8ης Σεπτεμβρίου 2026, στην είσοδο των Στενών του Ορμούζ, ναυτικές δυνάμεις των Φρουρών της Επανάστασης (IRGC) εντόπισαν, ανέκοψαν την πορεία και ανέκτησαν μία από τις πιο προηγμένες μη επανδρωμένες υποβρύχιες πλατφόρμες του Πολεμικού Ναυτικού των ΗΠΑ.
Δημοσιεύματα μέσων ενημέρωσης ταυτοποίησαν το σκάφος ως Anduril DIVE-LD, ένα αυτόνομο υποβρύχιο όχημα μεγάλης διαμέτρου, το οποίο είχε παραδοθεί στην Ομάδα 1 Μη Επανδρωμένων Υποβρύχιων Οχημάτων του αμερικανικού Ναυτικού μόλις ένα χρόνο νωρίτερα.
Οι ιρανικές ναυτικές δυνάμεις έχουν επίσης αναχαιτίσει και απωθήσει με επιτυχία αμερικανικά ναυτικά μέσα, αναγκάζοντάς τα να υποχωρήσουν σε απόσταση έως και 400 χιλιομέτρων από το στρατηγικό αυτό στενό πέρασμα. Για πρώτη φορά μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι ΗΠΑ διεξάγουν ουσιαστικά έναν ναυτικό πόλεμο εναντίον ενός ισάξιου αντιπάλου κυρίως από απόσταση ασφαλείας, αδυνατώντας να προβάλουν ισχύ κοντά στο Ιράν.
Οι ιρανικές ναυτικές δυνάμεις έχουν ουσιαστικά στερήσει από τον αμερικανικό στρατό την ελευθερία επιχειρήσεων κοντά στις ακτές του Ιράν, αναγκάζοντάς τον να πολεμά από απόσταση αντί να κυριαρχεί στα ύδατα στα οποία εισήλθε.
Η πίεση που ασκείται στις ναυτικές επιχειρήσεις των ΗΠΑ είναι εμφανής. Η πυρκαγιά στο USS Gerald R. Ford τον Μάρτιο, οι απόπειρες αυτοκτονίας ναυτών στο USS Abraham Lincoln και οι επανειλημμένες επιθέσεις αντιποίνων εναντίον αμερικανικών αντιτορπιλικών στα Στενά του Ορμούζ έχουν αυξήσει περαιτέρω την πίεση στις αμερικανικές ναυτικές δυνάμεις που επιχειρούν στην περιοχή.
Ισχυρισμός: Η πολεμική αεροπορία του Ιράν έχει εξαλειφθεί, τα ραντάρ του έχουν καταστραφεί, ο αντιαεροπορικός του εξοπλισμός έχει εξουδετερωθεί και η ικανότητα κατασκευής πυραύλων και μη επανδρωμένων αεροσκαφών (drones) έχει σχεδόν εκμηδενιστεί.
Πραγματικότητα: Στις 16 Σεπτεμβρίου, ο ίδιος ο Γενικός Επιθεωρητής του Πενταγώνου παρουσίασε διαφορετικά δεδομένα σχετικά με τις συνέπειες του πολέμου.
Μια έκθεση που κάλυπτε την περίοδο από τις 28 Φεβρουαρίου έως τις 30 Ιουνίου ανέφερε ότι τα ιρανικά πλήγματα αντιποίνων προκάλεσαν ζημιές ή κατέστρεψαν εκατοντάδες κτίρια και εξοπλισμό σε αμερικανικές στρατιωτικές βάσεις στο Κουβέιτ, το Μπαχρέιν, το Κατάρ, τα ΗΑΕ, τη Σαουδική Αραβία, το Ιράκ, το Ομάν και την Ιορδανία.
Η έκθεση αναγνώρισε επίσης τη σημαντική εξάντληση των αποθεμάτων κρίσιμων αμερικανικών πυρομαχικών και την καταστροφή ζωτικών στρατιωτικών μέσων, συμπεριλαμβανομένων εγκαταστάσεων ραντάρ για την αντιπυραυλική άμυνα.
Τα ιρανικά πλήγματα αντιποίνων ανάγκασαν την Κεντρική Διοίκηση των ΗΠΑ (CENTCOM) να αλλάξει τον τρόπο λειτουργίας των αμερικανικών δυνάμεων στην περιοχή. Η CENTCOM «μετακίνησε προσωπικό, μέσα και εγκαταστάσεις αποθήκευσης» ως απάντηση στις επιθέσεις του Ιράν και των συμμαχικών του δυνάμεων.
Μεταξύ των αλλαγών ήταν η απόσυρση των ελικοπτέρων ιατρικής διακομιδής του Αμερικανικού Στρατού από το Ιράκ και το Κουβέιτ. Ως αποτέλεσμα, «οι περισσότερες ιατρικές διακομιδές πραγματοποιήθηκαν οδικώς… προς τοπικές μονάδες περίθαλψης», σύμφωνα με την έκθεση.
Η καταστροφή του περιφερειακού κόμβου του Αμερικανικού Ναυτικού στο Μπαχρέιν από ιρανικά πλήγματα δημιούργησε «σημαντικές προκλήσεις» όσον αφορά τη δημιουργία επαρκών ναυτικών βάσεων και λιμένων υποστήριξης.
Ο αμερικανικός στρατός μετέτρεψε το απομονωμένο νησί Ντιέγκο Γκαρσία στον Ινδικό Ωκεανό σε κόμβο ναυτικής εφοδιαστικής υποστήριξης, παρατείνοντας τους κύκλους ανεφοδιασμού σε διάστημα 14 έως 18 ημερών. Το Ιράν κατέρριψε επίσης περίπου το 30% του στόλου των αμερικανικών στρατιωτικών μη επανδρωμένων αεροσκαφών MQ-9 πάνω από τον ιρανικό εναέριο χώρο.
Πρόσφατη έκθεση του Κογκρέσου ανέφερε ότι ο αμερικανικός στρατός έχασε τουλάχιστον 42 αεροσκάφη κατά τη διάρκεια των 40 ημερών του αμερικανο-ισραηλινού επιθετικού πολέμου κατά του Ιράν, με τις εκτιμώμενες απώλειες να ανέρχονται σε περίπου 2,6 δισεκατομμύρια δολάρια.
Το Υπουργείο Πολέμου των ΗΠΑ επικαιροποίησε επίσης τη βάση δεδομένων του για τις απώλειες, ανεβάζοντας τον συνολικό αριθμό των Αμερικανών στρατιωτικών που σκοτώθηκαν ή τραυματίστηκαν κατά τη διάρκεια του πολέμου της Ουάσιγκτον κατά του Ιράν στους 642, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσιεύθηκαν τον Ιούλιο.
Ισχυρισμός: Οι ΗΠΑ διαθέτουν «περισσότερα πυρομαχικά» από όσα θα μπορούσαν ποτέ να σκεφτούν να χρησιμοποιήσουν.
Πραγματικότητα: Ο πόλεμος κατά του Ιράν έχει εξαντλήσει σοβαρά τα αποθέματα πυρομαχικών των ΗΠΑ, προκαλώντας ελλείψεις και προβλήματα στον ανεφοδιασμό, τα οποία έχουν αρχίσει να περιορίζουν τη δυνατότητα της Ουάσιγκτον να εκπληρώνει στρατιωτικές δεσμεύσεις σε άλλα μέρη, σύμφωνα με εκτιμήσεις της αμερικανικής κυβέρνησης και του Κογκρέσου.
Έκθεση του Σεπτεμβρίου από τον Γενικό Επιθεωρητή του Πενταγώνου διαπίστωσε ότι ο πόλεμος είχε προκαλέσει «ελλείψεις» σε κρίσιμα πυρομαχικά και προβλήματα στον ανεφοδιασμό, ερχόμενη σε άμεση αντίθεση με τους επανειλημμένους ισχυρισμούς του Τραμπ σχετικά με την αφθονία της αμερικανικής ισχύος πυρός.
Ξεχωριστή εκτίμηση του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κογκρέσου (CBO) διαπίστωσε ότι ο πόλεμος κατά του Ιράν είχε εξαντλήσει τα αμερικανικά αποθέματα κρίσιμων πυρομαχικών, πιέζοντας τα όρια της ικανότητας του στρατού να εκπληρώνει δεσμεύσεις σε άλλα μέρη του κόσμου. Το CBO εκτίμησε ότι η αναπλήρωση των αμερικανικών αποθεμάτων ενδέχεται να διαρκέσει έως και πέντε χρόνια.
Η κλίμακα της εξάντλησης είναι ιδιαίτερα έντονη στα συστήματα αεράμυνας. Εκτίμηση του Κέντρου Στρατηγικών και Διεθνών Μελετών (CSIS) στα τέλη Ιουλίου διαπίστωσε ότι τα αποθέματα αρκετών βασικών αναχαιτιστικών βλημάτων —συμπεριλαμβανομένων εκείνων για τα συστήματα Patriot και THAAD (Terminal High Altitude Area Defense)— είχαν μειωθεί σημαντικά, σε ορισμένες περιπτώσεις κατά περισσότερο από το μισό.
Ο πόλεμος κατά του Ιράν κατανάλωσε επίσης περισσότερους από 1.000 πυραύλους κρουζ Tomahawk, σύμφωνα με το CSIS, το οποίο εκτιμά ότι το αμερικανικό απόθεμα ενδέχεται να μην επανέλθει στα προπολεμικά επίπεδα πριν από το 2031.
Το σύστημα Patriot, ο βασικός πύραυλος αεράμυνας εδάφους-αέρος του αμερικανικού στρατού, συγκαταλέγεται στα συστήματα που χρησιμοποιήθηκαν περισσότερο. Το CSIS εκτίμησε ότι εκτοξεύτηκαν έως και 1.430 πύραυλοι Patriot κατά τη διάρκεια του πολέμου με το Ιράν, σε σύγκριση με ένα εκτιμώμενο προπολεμικό απόθεμα περίπου 2.330 πυραύλων, γεγονός που σημαίνει ότι είχε αναλωθεί περίπου το 61% του αποθέματος.
Η εξάντληση των αναχαιτιστικών πυραύλων THAAD έχει ακόμη μεγαλύτερη σημασία, καθώς το σύστημα είναι πιο εξελιγμένο και σχεδιασμένο για την αναχαίτιση βαλλιστικών πυραύλων σε μεγαλύτερα υψόμετρα και μεγαλύτερες αποστάσεις σε σχέση με το Patriot. Το CSIS εκτίμησε ότι εκτοξεύτηκαν 190 έως 290 αναχαιτιστικοί πύραυλοι THAAD από ένα εκτιμώμενο προπολεμικό απόθεμα μόλις 360 πυραύλων.
Αυτό σημαίνει ότι η Ουάσιγκτον ενδέχεται να έχει αναλώσει περισσότερο από το μισό —και ενδεχομένως πάνω από το 80%— του προπολεμικού αποθέματός της σε πυραύλους THAAD.
Με μόλις εννέα συστοιχίες THAAD σε επιχειρησιακή ετοιμότητα παγκοσμίως, η συνεχής ανάλωση ενέχει τον κίνδυνο να μείνουν οι αμερικανικές δυνάμεις με μειωμένο αριθμό μονάδων ενός εξαιρετικά εξειδικευμένου συστήματος, το οποίο η Ουάσιγκτον θεωρεί κρίσιμης σημασίας για την άμυνα έναντι απειλών από βαλλιστικούς πυραύλους χωρών όπως η Ρωσία, η Κίνα και η Βόρεια Κορέα.
Ισχυρισμός: Το Ιράν παραβίασε την κατάπαυση του πυρός με «προκλητικές τρομοκρατικές ενέργειες».
Πραγματικότητα: Το Ιράν υπέβαλε επίσημα λεπτομερή καταγγελία στο Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών (ΣΑΗΕ), δηλώνοντας ότι οι ΗΠΑ παραβίασαν συστηματικά το Μνημόνιο Συνεννόησης (MoU) του Ισλαμαμπάντ.
Η Τεχεράνη επικαλέστηκε επανειλημμένα αμερικανικά στρατιωτικά πλήγματα κατά ιρανικού εδάφους, την ανάκληση αδειών πώλησης πετρελαίου, τη δημιουργία παράνομου θαλάσσιου διαδρόμου στα Στενά του Ορμούζ, τη μη άρση του παράνομου ναυτικού αποκλεισμού και τη συνεχιζόμενη αμερικανική υποστήριξη προς την ισραηλινή στρατιωτική επιθετικότητα στον Λίβανο ως «θεμελιώδεις και αναμφισβήτητες παραβιάσεις» της συμφωνίας.
Η παραβίαση από την πλευρά των ΗΠΑ εστιάζεται κυρίως στο Άρθρο 5. Σύμφωνα με το Άρθρο 5 του Μνημονίου, το Ιράν θα προέβαινε σε ενέργειες για την επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ εντός ενός μηνός, με τη συμφωνία να προβλέπει την ασφαλή διέλευση εμπορικών πλοίων.
Ωστόσο, οι ΗΠΑ κατηύθυναν τα πλοία μακριά από τη διαδρομή που είχε ορίσει το Ιράν ως ασφαλή και τα ενθάρρυναν να χρησιμοποιήσουν μια εναλλακτική, παράνομη διαδρομή. Στη συνέχεια, το Μνημόνιο κατέρρευσε.
Τα ρεπορτάζ των Washington Post και AP σχετικά με το μνημόνιο επιβεβαίωσαν ότι το έγγραφο απαιτούσε από τις Ηνωμένες Πολιτείες να ξεκινήσουν την άρση του ναυτικού αποκλεισμού αμέσως μετά την υπογραφή και να τον τερματίσουν πλήρως εντός 30 ημερών. Παρ’ όλα αυτά, οι ΗΠΑ επανήλθαν στη συνέχιση του παράνομου αποκλει Τα μεταγενέστερα στρατιωτικά πλήγματα της Ουάσιγκτον και η επαναφορά οικονομικών πιέσεων αποτελούν μέρος του πλαισίου εντός του οποίου εξετάζονται οι παραβιάσεις της εκεχειρίας.
Ισχυρισμός: Το Πολεμικό Ναυτικό των ΗΠΑ συνόδευσε πρόσφατα «περισσότερα από 1 δισεκατομμύριο βαρέλια πετρελαίου» κατά τη διέλευσή τους από τα Στενά του Ορμούζ και «διακινείται περισσότερο πετρέλαιο από οποιαδήποτε άλλη στιγμή» από την έναρξη του πολέμου.
Πραγματικότητα: Τα στοιχεία ναυτιλιακής κίνησης παρουσιάζουν μια εντελώς διαφορετική εικόνα. Πρόσφατες δορυφορικές εικόνες έδειξαν ότι η κίνηση μέσω των Στενών του Ορμούζ συνεχίζει να μειώνεται.
Ο αριθμός των πλοίων μεταφοράς εμπορευμάτων που διέρχονται από τα στενά κυμάνθηκε γύρω στα 12 κατά τη διάρκεια του Σαββατοκύριακου, ενώ τα επίπεδα προ του πολέμου ξεπερνούσαν τα 100 πλοία ημερησίως.
Σύμφωνα με στοιχεία της Διάσκεψης των Ηνωμένων Εθνών για το Εμπόριο και την Ανάπτυξη (UNCTAD), την εβδομάδα πριν από την έναρξη του πολέμου κατά του Ιράν, οι μέσες ροές αργού πετρελαίου μέσω του Στενού του Ορμούζ αντιστοιχούσαν περίπου στο 38% του παγκόσμιου συνόλου, ενώ το υγραέριο (LPG) στο 29% και το υγροποιημένο φυσικό αέριο (LNG) στο 19%.
Βάσει των στοιχείων του Αυγούστου, οι εξαγωγές αργού από την περιοχή του Περσικού Κόλπου έχουν μειωθεί σχεδόν στο μισό (κατά 47%) σε σύγκριση με την προπολεμική περίοδο, υποχωρώντας από περίπου 17 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως το 2025 σε περίπου εννέα εκατομμύρια βαρέλια την ημέρα τον Αύγουστο του 2026.
Το πρακτορείο Reuters επικαλείται εκτιμήσεις αναλυτών, σύμφωνα με τις οποίες διαταράσσεται επί του παρόντος η ροή πέντε έως επτά εκατομμυρίων βαρελιών πετρελαίου από τον Περσικό Κόλπο ημερησίως.
Οι άμεσες εξαγωγές αργού που διέρχονται από το στενό έχουν περιοριστεί σε μέσο όρο μόλις 2,2 εκατομμυρίων βαρελιών την ημέρα, σύμφωνα με την εταιρεία Kpler.
Από τις 15 Ιουλίου έως τις 23 Αυγούστου, διέρχονταν από τη θαλάσσια οδό κατά μέσο όρο περίπου πέντε πλοία την ημέρα, αριθμός που αντιπροσωπεύει μείωση σχεδόν 95% σε σχέση με τα προπολεμικά επίπεδα κίνησης.
Η ελάχιστη εναπομείνασα κίνηση αφορά δεξαμενόπλοια που πλέουν υπό τη συνοδεία του ιρανικού πολεμικού ναυτικού.
Οι επιπτώσεις γίνονται αισθητές και στις παγκόσμιες αγορές ενέργειας. Τις τελευταίες ημέρες, οι τιμές του πετρελαίου έχουν σημειώσει άνοδο άνω του 2%, εν μέσω αβεβαιότητας για την επαναλειτουργία του Στενού του Ορμούζ και των συνεχιζόμενων κινδύνων ασφαλείας σε ολόκληρη τη Δυτική Ασία.
Το αργό τύπου Brent, το οποίο αποτελεί το σημείο αναφοράς για τα δύο τρίτα του παγκόσμιου πετρελαίου, ξεπέρασε τα 106 δολάρια ανά βαρέλι.
Ο πόλεμος των ΗΠΑ κατά του Ιράν έχει επίσης οδηγήσει σε αύξηση του κόστους των καυσίμων στην Αμερική. Οι τιμές της βενζίνης στις ΗΠΑ έχουν αυξηθεί κατά περισσότερο από 40% από τη στιγμή που η Ουάσιγκτον και το Ισραήλ εξαπέλυσαν τον πόλεμο κατά του Ιράν. Ο εθνικός μέσος όρος στις ΗΠΑ υπερβαίνει πλέον τα τέσσερα δολάρια ανά γαλόνι.
Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, οι τιμές του πετρελαίου κίνησης (ντίζελ) έφτασαν σε νέο ιστορικό υψηλό, στα 2,23 ευρώ ανά λίτρο, με 19 χώρες —μεταξύ των οποίων η Γερμανία, η Γαλλία και η Ιταλία— να καταγράφουν τιμές-ρεκόρ όλων των εποχών.
Οι αγορές παραμένουν στραμμένες στο Στενό του Ορμούζ, όπου οι εχθρικές και απερίσκεπτες επιθέσεις των ΗΠΑ εξακολουθούν να απειλούν τις ενεργειακές ροές, καθώς οι έμποροι αξιολογούν τις πληροφορίες σχετικά με συζητήσεις στις ΗΠΑ για την επιβολή απαγόρευσης 90 ημερών στις εξαγωγές ντίζελ. Η στρατηγικής σημασίας θαλάσσια οδός –για την οποία ο Τραμπ ισχυρίστηκε ότι διακινεί περισσότερο πετρέλαιο από οποιαδήποτε άλλη στιγμή μετά την έναρξη του επιβληθέντος πολέμου– βιώνει μια ιστορική κατάρρευση της εμπορικής κίνησης, με τις επιπτώσεις αυτής της αναστάτωσης να επηρεάζουν τις παγκόσμιες τιμές του πετρελαίου και τις αγορές καυσίμων.
Οι εκτιμήσεις των αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών, οι αναφορές του Πενταγώνου, τα ναυτιλιακά δεδομένα και το τεκμηριωμένο ανθρώπινο κόστος των αμερικανικών πολέμων καταδεικνύουν ένα ολοένα και μεγαλύτερο χάσμα ανάμεσα στην εικόνα που παρουσίασε ο Τραμπ στον ΟΗΕ και την πραγματικότητα στο πεδίο.
Η περιγραφή του για έναν ασταμάτητο αμερικανικό στρατό, ένα κατεστραμμένο ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα, ένα διαλυμένο ιρανικό ναυτικό και ένα ανοιχτό Στενό του Ορμούζ έρχεται όλο και περισσότερο σε αντίθεση με τα πραγματικά δεδομένα: την εξάντληση των αμερικανικών αποθεμάτων πυρομαχικών, τη στρατιωτική επιθετικότητα που απέτυχε να επιτύχει οποιονδήποτε στόχο, τη διαρκή ικανότητα του Ιράν να ανταποδίδει τα πλήγματα και να επιχειρεί ελεύθερα στη θάλασσα, καθώς και την κατάσταση στη συγκεκριμένη στρατηγική θαλάσσια οδό, όπου η ναυτιλιακή κίνηση έχει μειωθεί δραματικά αντί να επανέλθει στα φυσιολογικά επίπεδα, εν μέσω της συνεχιζόμενης αμερικανικής στρατιωτικής τυχοδιωκτικής πολιτικής.














































