Πολιτισμός, Γεωπολιτικοί Πόλοι και η αναζήτηση μιας νέας παγκόσμιας τάξης.
Ο σύγχρονος κόσμος βρίσκεται μπροστά σε μια βαθιά μεταβολή της παγκόσμιας τάξης. Το
σύστημα που διαμορφώθηκε μετά την επικράτηση των Ηνωμένων Πολιτειών ως κυρίαρχης
παγκόσμιας δύναμης δεν αποτελεί πλέον το μοναδικό πλαίσιο μέσα στο οποίο οργανώνονται οι
διεθνείς σχέσεις. Η εμφάνιση νέων ηπειρωτικών και περιφερειακών δυνάμεων δημιουργεί τις
προϋποθέσεις για μια διαφορετική γεωπολιτική πραγματικότητα.
Το ζήτημα, επομένως, δεν είναι μόνο ποιος διαθέτει τη μεγαλύτερη στρατιωτική ή οικονομική
ισχύ. Είναι κυρίως ποιος έχει τη δυνατότητα να οργανώνει τον γεωπολιτικό του χώρο, να
διαμορφώνει τις δικές του επιλογές και να συμμετέχει αυτόνομα στη διαμόρφωση της
παγκόσμιας ισορροπίας.
Η μονοπολική αντίληψη του κόσμου στηρίζεται στην παραδοχή ότι ένα κέντρο ισχύος μπορεί
να λειτουργεί ως καθολικός ρυθμιστής του διεθνούς συστήματος. Η πολυπολική αντίληψη
κινείται σε διαφορετική κατεύθυνση: αναγνωρίζει την ύπαρξη περισσότερων κέντρων ισχύος,
τα οποία συνδέονται με συγκεκριμένους γεωγραφικούς χώρους, κράτη, πολιτισμούς και
ιστορικές παραδόσεις.
Εδώ ακριβώς εμφανίζεται η ανάγκη να επανεξεταστεί η ίδια η έννοια της τάξης. Μπορεί ένα
διεθνές σύστημα να χαρακτηριστεί πραγματικά ως τάξη όταν η ισχύς, οι κανόνες και οι
δυνατότητες πολιτικής δράσης δεν κατανέμονται ισόρροπα μεταξύ των λαών και των
πολιτισμών; Ή μήπως βρισκόμαστε μπροστά σε ένα σύστημα κυριαρχίας, το οποίο
παρουσιάζεται ως παγκόσμια τάξη επειδή διαθέτει την ισχύ να επιβάλλει τους κανόνες του;
Από αυτή την αφετηρία προκύπτει η βασική ιδέα του παρόντος δοκιμίου: η πολυπολικότητα
δεν αποτελεί απλώς μια διαφορετική κατανομή στρατιωτικής ισχύος. Αποτελεί διαφορετική
αντίληψη για την οργάνωση του παγκόσμιου χώρου.
Για να κατανοήσουμε έναν τέτοιο κόσμο, πρέπει να εξετάσουμε ξανά τις έννοιες του Κράτους,
του Πολιτισμού, της Αυτοκρατορίας και του Γεωπολιτικού Πόλου. Πρέπει επίσης να
εξετάσουμε τη σχέση ανάμεσα στη γεωγραφία και την πολιτική ισχύ, καθώς και τον ρόλο που
μπορούν να διαδραματίσουν οι μεγάλες ηπειρωτικές ενότητες στη διαμόρφωση μιας νέας
διεθνούς πραγματικότητας.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο τίθεται και το ελληνικό ζήτημα. Ποια θέση μπορεί να καταλάβει η
Ελλάδα σε έναν κόσμο όπου η γεωπολιτική ισχύς δεν θα συγκεντρώνεται αποκλειστικά σε ένα
κέντρο; Ποια είναι η σχέση της με τον βαλκανικό, τον ανατολικομεσογειακό και τον ευρύτερο
ευρασιατικό χώρο; Και, κυρίως, μπορεί ένα κράτος να αξιοποιήσει τη γεωγραφία, την ιστορία
και τον πολιτισμό του για να αποκτήσει μεγαλύτερη στρατηγική αυτονομία;
Αυτά είναι τα ερωτήματα που οδηγούν στη θεωρία ενός πολυπολικού κόσμου.
Η άποψη για ένα σύγχρονο παγκόσμιο σύστημα
Η σημερινή παγκόσμια τάξη δεν μπορεί να θεωρηθεί, από την οπτική μιας πραγματικής και
καθολικής δικαιοσύνης, ως ένα σύστημα ισότιμης τάξης. Αν δεχθούμε την αριστοτελική
αντίληψη σύμφωνα με την οποία η τάξη αποτελεί αρμονική διάθεση, της οποίας η αιτία
ανάγεται στον Νου, τότε οφείλουμε να εξετάσουμε αν το υπάρχον διεθνές σύστημα
ανταποκρίνεται πράγματι σε αυτή την έννοια.
Το ζήτημα δεν είναι απλώς ότι το σημερινό σύστημα είναι μονοπολικό. Είναι ότι η
μονοπολικότητα δημιουργεί μια ασυμμετρία ισχύος, μέσα στην οποία διαφορετικοί λαοί και
κράτη δεν διαθέτουν τις ίδιες δυνατότητες να καθορίσουν την πολιτική και γεωπολιτική τους
πορεία.
Η διεθνής τάξη, όπως διαμορφώθηκε μετά την επικράτηση των Ηνωμένων Πολιτειών ως
κυρίαρχης δύναμης, στηρίζεται σε ένα πλέγμα πολιτικών, οικονομικών, στρατιωτικών και
πολιτιστικών σχέσεων. Από αυτή την οπτική, δεν πρόκειται απλώς για ένα ουδέτερο σύστημα
κανόνων, αλλά για μια συγκεκριμένη δομή ισχύος, μέσα στην οποία ορισμένοι δρώντες
διαθέτουν μεγαλύτερη δυνατότητα επιβολής των επιλογών τους από άλλους.
Η ανισορροπία αυτή δημιουργεί αναπόφευκτα το ερώτημα εάν ένα σύστημα μπορεί να
θεωρείται πραγματικά παγκόσμιο όταν δεν αντιμετωπίζει όλους τους λαούς με τον ίδιο τρόπο.
Η δημιουργία διαφορετικών κατηγοριών κρατών, προνομιακών σχέσεων και ζωνών επιρροής
αποτελεί ακριβώς το σημείο στο οποίο η έννοια της παγκόσμιας τάξης συγκρούεται με την
έννοια της ισοτιμίας.
Η εμφάνιση νέων μεγάλων δυνάμεων μεταβάλλει πλέον αυτή την πραγματικότητα. Η Ρωσία, η
Κίνα και άλλες μεγάλες γεωπολιτικές ενότητες δημιουργούν τις προϋποθέσεις για την ανάδυση
ενός κόσμου στον οποίο η ισχύς δεν θα συγκεντρώνεται αποκλειστικά σε ένα κέντρο.
Η πολυπολικότητα, επομένως, δεν πρέπει να γίνει αντιληπτή απλώς ως αντικατάσταση μιας
ηγεμονίας από μια άλλη. Η ουσία της βρίσκεται στην ύπαρξη περισσότερων κέντρων ισχύος, τα
οποία διαθέτουν τη δυνατότητα να οργανώνουν τον δικό τους γεωπολιτικό χώρο και να
συμμετέχουν αυτόνομα στη διαμόρφωση της διεθνούς πραγματικότητας.
Από εδώ ξεκινά το βασικό θεωρητικό ερώτημα του άρθρου: τι είναι ένας γεωπολιτικός πόλος
και ποια είναι η σχέση του με το κράτος, την αυτοκρατορία και τον πολιτισμό;
Εκεί βρίσκεται και η ουσία της μετάβασης από έναν μονοπολικό σε έναν πολυπολικό κόσμο.
Θεωρίες περί αμερικανικής Παγκόσμιας Ηγεμονίας ή Μονοπολικότητας
Η αμερικανική παγκόσμια ηγεμονία δεν στηρίζεται σε έναν και μόνο παράγοντα ισχύος.
Αντίθετα, αποτελεί αποτέλεσμα της συνδυασμένης λειτουργίας στρατιωτικών, οικονομικών,
πολιτιστικών και πολιτικών μηχανισμών, οι οποίοι συγκροτούν ένα ευρύτερο πλέγμα
παγκόσμιας επιρροής.
Πρώτα απ’ όλα υπάρχει ο στρατιωτικός παράγοντας, με ένα εκτεταμένο δίκτυο στρατιωτικών
βάσεων και στρατηγικών εγκαταστάσεων που επιτρέπει την προβολή ισχύος σε διαφορετικές
περιοχές του πλανήτη. Η στρατιωτική παρουσία δεν αποτελεί απλώς μέσο άσκησης βίας, αλλά
και μηχανισμό διαμόρφωσης των γεωπολιτικών ισορροπιών.
Υπάρχει παράλληλα ο οικονομικός παράγοντας. Η ισχύς των χρηματοπιστωτικών οργανισμών
και των θεσμών που εδρεύουν στις Ηνωμένες Πολιτείες συνδέεται, σύμφωνα με την οπτική του
παρόντος κειμένου, με τη δυνατότητα άσκησης οικονομικής επιρροής και με την
ανακατεύθυνση του πλούτου και των καρπών της εργασίας των λαών. Πρόκειται για μια
διάσταση της ηγεμονίας που δεν είναι άμεσα ορατή όπως η στρατιωτική ισχύς, αλλά μπορεί να
επηρεάζει βαθιά την αυτονομία των κρατών.
Ο τρίτος παράγοντας είναι ο πολιτιστικός. Η ηγεμονία δεν περιορίζεται στην πολιτική και την
οικονομία, αλλά επεκτείνεται στην καθημερινή ζωή, στις τέχνες, στην αρχιτεκτονική, στη
μουσική, στη γαστρονομία και στους ενδυματολογικούς κώδικες. Ιδιαίτερη σημασία έχει η
γλώσσα, την οποία ο Martin Heidegger χαρακτήρισε «σπίτι της ύπαρξης». Η ευρεία και συχνά
αχρείαστη εισαγωγή αγγλικών όρων στην καθημερινή επικοινωνία αποτελεί, από αυτή την
οπτική, μία από τις πιο εμφανείς εκφράσεις της πολιτιστικής επιρροής.
Υπάρχει τέλος και μια θρησκευτική διάσταση, η οποία στο αρχικό κείμενο συνδέεται με την
ιδέα ενός ιδιότυπου μεσσιανισμού και μιας αξίωσης ιδιαίτερης ιστορικής ή θεϊκής αποστολής.
Μέσα από την ορθόδοξη θεολογική οπτική του κειμένου, αυτή η αντίληψη αντιμετωπίζεται ως
αντιστροφή της έννοιας της θεόπνευστης αποστολής.
Το σύνολο αυτών των παραγόντων δημιουργεί ένα ιδιαίτερα πυκνό σύστημα σχέσεων ισχύος.
Επομένως, η αμφισβήτηση μιας τέτοιας παγκόσμιας ηγεμονίας δεν μπορεί να βασιστεί
αποκλειστικά σε στρατιωτική ισχύ. Απαιτείται ένας γεωπολιτικός σχηματισμός που να διαθέτει
αντίστοιχη κλίμακα και συνδυασμό δυνατοτήτων: ηπειρωτικές διαστάσεις, δημογραφικό βάθος,
τεχνολογία αιχμής, βιομηχανικό δυναμικό, στρατιωτική ισχύ, πυρηνικό οπλοστάσιο,
πολιτιστική ακτινοβολία και πολιτική βούληση.
Στο πλαίσιο της αρχικής θεωρητικής προσέγγισης, η Ευρασία αποτελεί τον κατεξοχήν χώρο
όπου θα μπορούσε να διαμορφωθεί ένας τέτοιος συσχετισμός δυνάμεων, με τη Ρωσία και την
Κίνα να καταλαμβάνουν κεντρική θέση.
Το ερώτημα, συνεπώς, δεν είναι απλώς ποια δύναμη θα αντικαταστήσει τις Ηνωμένες
Πολιτείες. Το ουσιαστικό ερώτημα είναι εάν μπορεί να διαμορφωθεί ένας κόσμος στον οποίο
κανένα μεμονωμένο κέντρο ισχύος δεν θα διαθέτει τη δυνατότητα να καθορίζει μόνο του την
παγκόσμια γεωπολιτική πραγματικότητα.
Παγκόσμια Διακυβέρνηση εναντίον Πολυπολικού Κόσμου
Πριν από περίπου μισό αιώνα, ο Ernst Jünger διατύπωσε την ιδέα του Weltstaat, του
Παγκόσμιου Κράτους, ως πιθανό αποτέλεσμα της παγκοσμιοποίησης και της αυξανόμενης
επιρροής των παγκόσμιων οικονομικών και πολιτικών δυνάμεων. Στη σκέψη του Jünger, ο
άνθρωπος, παρά την ελευθερία της βούλησής του, παραμένει ενταγμένος σε μια ευρύτερη
κοσμική διαδικασία, μέσα στην οποία δρουν δυνάμεις ισχυρότερες από την ατομική του
βούληση.
Απέναντι σε αυτή την αντίληψη μπορεί να τεθεί μια διαφορετική ιδέα για τη σχέση ανθρώπου,
κόσμου και ιστορίας. Στην ταοϊστική παράδοση, ο «αληθινός Άνθρωπος» νοείται ως «υιός του
Ουρανού και της Γης». Η ανθρώπινη βούληση δεν βρίσκεται επομένως απλώς απέναντι στο
πεπρωμένο, αλλά μπορεί να συντονιστεί με μια ανώτερη κοσμική τάξη και να συμμετάσχει
ενεργά στη διαμόρφωσή της.
Από αυτή την άποψη, η σύγκρουση ανάμεσα στην παγκόσμια διακυβέρνηση και την
πολυπολικότητα δεν είναι αποκλειστικά ζήτημα θεσμών ή διεθνών σχέσεων. Είναι και ζήτημα
αντίληψης του ανθρώπου, του πολιτισμού και του γεωπολιτικού χώρου.
Η παγκόσμια διακυβέρνηση τείνει προς την ενοποίηση του πλανητικού χώρου κάτω από
ενιαίους μηχανισμούς συντονισμού. Η πολυπολικότητα, αντίθετα, προϋποθέτει τη συνύπαρξη
διαφορετικών κέντρων ισχύος, πολιτιστικών παραδόσεων και ιστορικών χώρων.
Μια πολυπολική τάξη θα μπορούσε, επομένως, να οδηγήσει σε διαφορετική κατανομή του
γεωπολιτικού πλούτου και της διεθνούς ισχύος. Δεν θα σήμαινε την εξαφάνιση των
ανταγωνισμών. Θα σήμαινε όμως ότι οι ανταγωνισμοί δεν θα διεξάγονταν μέσα σε ένα
σύστημα όπου ένα μοναδικό κέντρο θα μπορούσε να λειτουργεί ως καθολικός ρυθμιστής.
Το ιστορικό παράδειγμα που μας προσφέρει το αρχικό κείμενο είναι η Ιερά Συμμαχία, η οποία
συγκροτήθηκε στην Ευρώπη της δεύτερης δεκαετίας του 19ου αιώνα με πρωταγωνιστές τον
Αυστριακό υπουργό Εξωτερικών Μέττερνιχ και τον Τσάρο Αλέξανδρο Α ́. Η σύγχρονη
πολυπολική πραγματικότητα, φυσικά, δεν θα μπορούσε να αποτελεί απλή επανάληψη εκείνου
του ιστορικού μοντέλου.
Στη θέση των παλαιών ευρωπαϊκών αυτοκρατοριών θα πρέπει να εξετάσουμε τους σύγχρονους
γεωπολιτικούς πόλους που αναδύονται στην Ευρασία, ενώ η ενότητα της Λατινικής Αμερικής
θα μπορούσε, σύμφωνα με την προοπτική του αρχικού κειμένου, να αποτελέσει έναν ακόμη
σημαντικό χώρο της πολυπολικής αρχιτεκτονικής.
Το βασικό ζητούμενο, επομένως, δεν είναι η δημιουργία μιας νέας παγκόσμιας μονοκρατορίας.
Είναι η διαμόρφωση ενός συστήματος στο οποίο περισσότερα ιστορικά και πολιτισμικά κέντρα
θα μπορούν να υπάρχουν, να αναπτύσσονται και να ασκούν αυτόνομη γεωπολιτική δράση.
Πόλοι, Κράτος, Αυτοκρατορία, Πολιτισμός
Τι ορίζει όμως έναν «πόλο» στη θεωρία των Διεθνών Σχέσεων; Και πώς συνδέεται η έννοια του
«πόλου» με άλλες βασικές έννοιες, όπως το κυρίαρχο Κράτος, η Αυτοκρατορία και ο
Πολιτισμός; Τα ερωτήματα αυτά είναι απαραίτητα για να κατανοήσουμε τι ακριβώς σημαίνει
πολυπολικότητα.
Από γεωπολιτική άποψη, ως «πόλος» μπορεί να νοηθεί ένα κράτος που διαθέτει επαρκή ισχύ
και αυτονομία ώστε να ασκεί σημαντική επιρροή στον ευρύτερο γεωγραφικό του χώρο. Η
επιρροή αυτή μπορεί να είναι πολιτική, οικονομική, στρατιωτική ή πολιτιστική και να
εκδηλώνεται τόσο άμεσα όσο και έμμεσα.
Ο πόλος, επομένως, δεν είναι απλώς ένα ισχυρό κράτος. Είναι ένας γεωπολιτικός καταλύτης,
γύρω από τον οποίο μπορεί να οργανωθεί και να συσπειρωθεί μια ευρύτερη περιοχή. Η
γεωγραφία αποτελεί εδώ καθοριστικό παράγοντα, καθώς ο πόλος συνδέεται πάντοτε με έναν
συγκεκριμένο χώρο και με τις σχέσεις που αναπτύσσονται μέσα σε αυτόν.
Ταυτόχρονα, ο γεωπολιτικός χώρος δεν είναι αποκλειστικά γεωγραφική έννοια. Η ιστορία, ο
πολιτισμός, η θρησκεία και οι κοινές παραδόσεις μπορούν να λειτουργήσουν ως στοιχεία
συνοχής, δημιουργώντας μια ευρύτερη πολιτισμική ενότητα γύρω από έναν γεωπολιτικό πόλο.
Εδώ πρέπει να διαχωρίσουμε τέσσερις έννοιες που συχνά συγχέονται:
Κράτος δεν σημαίνει απαραίτητα Πόλος.
Πόλος δεν σημαίνει Αυτοκρατορία.
Αυτοκρατορία δεν σημαίνει απλώς μεγάλη δύναμη.
Και Πολιτισμός δεν ταυτίζεται με το Κράτος.
Το κυρίαρχο κράτος αποτελεί την πολιτική και νομική μονάδα. Ο πόλος αποτελεί μια ευρύτερη
γεωπολιτική δυνατότητα. Η αυτοκρατορία προϋποθέτει διαφορετική πολιτική και ιστορική
μορφή, ενώ ο πολιτισμός υπερβαίνει τα κρατικά σύνορα και μπορεί να εκτείνεται σε
περισσότερους λαούς και περισσότερες πολιτικές οντότητες.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η έννοια της Αυτοκρατορίας. Στη σύγχρονη πολιτική
γλώσσα χρησιμοποιείται συχνά ως συνώνυμο κάθε μεγάλης ή ηγεμονικής δύναμης. Ωστόσο, η
ιστορική έννοια είναι πολύ πιο συγκεκριμένη. Η αυτοκρατορική μορφή συνδέεται με μεγάλες
εδαφικές εκτάσεις, τη συνύπαρξη διαφορετικών λαών και θρησκευτικών κοινοτήτων και την
ύπαρξη μιας υπερεθνικής συστατικής αρχής.
Η ρωμαϊκή παράδοση αποτυπώνει χαρακτηριστικά αυτή την αντίληψη: «Fecisti patriam
diversis de gentibus unam», δηλαδή τη δημιουργία μιας ενιαίας πατρίδας από διαφορετικούς
λαούς.
Έτσι, η έννοια του γεωπολιτικού πόλου πρέπει να εξεταστεί πέρα από την απλή μέτρηση της
στρατιωτικής ισχύος. Ένας πόλος αποκτά πραγματική υπόσταση όταν συνδυάζει χώρο,
πληθυσμό, οικονομική και βιομηχανική βάση, στρατιωτική ισχύ, πολιτική αυτονομία και
πολιτισμική συνοχή.
Από αυτή τη διάκριση προκύπτει και η βαθύτερη σημασία της πολυπολικότητας: ένας
πολυπολικός κόσμος δεν αποτελείται απλώς από πολλά ισχυρά κράτη. Αποτελείται από
περισσότερα αυτοδύναμα κέντρα γεωπολιτικής ισχύος, τα οποία οργανώνουν και εκφράζουν
διαφορετικούς ιστορικούς και πολιτισμικούς χώρους.
Ο ρόλος της Ελλάδος και οι τάσεις της σύγχρονης παγκόσμιας ανάπτυξης
Η Ελλάδα κατέχει μια ιδιαίτερη θέση στον γεωπολιτικό χάρτη, εξαιτίας της γεωγραφικής της
τοποθέτησης αλλά και της ιστορικής και πολιτιστικής της κληρονομιάς. Βρίσκεται στο σημείο
όπου συναντώνται τα Βαλκάνια, η Ανατολική Μεσόγειος, η Μέση και Εγγύς Ανατολή και,
ευρύτερα, ο ευρασιατικός χώρος.
Ωστόσο, η δυνατότητα αξιοποίησης αυτής της γεωγραφικής θέσης συνδέεται άμεσα με τον
βαθμό πολιτικής και στρατηγικής αυτονομίας που διαθέτει η χώρα. Όσο η Ελλάδα λειτουργεί
αποκλειστικά μέσα σε ένα συγκεκριμένο σύστημα εξωτερικών συμμαχιών και εξαρτήσεων,
περιορίζονται αντίστοιχα οι δυνατότητές της να διαμορφώσει μια αυτόνομη γεωπολιτική
στρατηγική.
Στην οπτική του παρόντος κειμένου, η Ελλάδα έχει τη δυνατότητα να αναπτύξει έναν ευρύτερο
ρόλο προς τον βαλκανικό, ανατολικομεσογειακό, μεσανατολικό και βορειοαφρικανικό χώρο. Η
γεωγραφία της δεν την τοποθετεί στην περιφέρεια ενός μόνο κόσμου, αλλά σε ένα από τα
σημεία όπου συναντώνται διαφορετικές γεωπολιτικές και πολιτισμικές ζώνες.
Μια πολυπολική παγκόσμια τάξη θα μπορούσε, σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση, να
δημιουργήσει περισσότερες δυνατότητες για την αξιοποίηση αυτής της γεωγραφικής
πραγματικότητας. Η Ελλάδα δεν θα ήταν υποχρεωμένη να αντιλαμβάνεται τον εαυτό της
αποκλειστικά ως προέκταση ενός ευρύτερου γεωπολιτικού κέντρου, αλλά θα μπορούσε να
αναζητήσει έναν περισσότερο αυτόνομο ρόλο μέσα στον χώρο της Νοτιοανατολικής Ευρώπης
και της Ανατολικής Μεσογείου.
Σε αυτή την προοπτική εντάσσεται και η ιδέα μιας ευρύτερης βαλκανικής συνεργασίας, ακόμη
και μιας συνομοσπονδιακής αντίληψης για τη Χερσόνησο του Αίμου. Πρόκειται για προοπτική
που υπερβαίνει το σημερινό κρατοκεντρικό μοντέλο και αντιμετωπίζει τα Βαλκάνια ως
ιστορικό και γεωπολιτικό χώρο με κοινά συμφέροντα αλλά και βαθιές πολιτισμικές
διασυνδέσεις.
Η γεωπολιτική αυτονομία όμως δεν είναι μόνο ζήτημα εξωτερικής πολιτικής. Προϋποθέτει και
μια συγκεκριμένη αντίληψη για τον άνθρωπο και τον πολιτισμό.
Στο αρχικό κείμενο, η βασική θέση είναι ότι ο σύγχρονος δυτικός κόσμος αντιμετωπίζει μια
σειρά πνευματικών προβλημάτων, τα οποία συνδέονται με τον απόλυτο ορθολογισμό, τον
ατομικισμό, το υλιστικό πνεύμα και την ηδονοθηρία. Η κοινή τους ρίζα εντοπίζεται στην
απομάκρυνση από τη μεταφυσική αρχή και από την αντίληψη ενός απόλυτου σκοπού που
προσανατολίζει την ανθρώπινη ζωή.
Απέναντι σε αυτή την κατάσταση, το κείμενο στρέφεται στην ελληνική φιλοσοφική και
θεολογική παράδοση, αλλά και ευρύτερα στις πνευματικές παραδόσεις της Ευρασίας,
αναζητώντας σε αυτές τα στοιχεία μιας διαφορετικής αντίληψης για τον άνθρωπο, την κοινωνία
και τον πολιτισμό.
Έτσι, η ελληνική γεωπολιτική θέση δεν αντιμετωπίζεται απομονωμένα από τον πολιτισμό της.
Η γεωγραφία προσφέρει τη δυνατότητα, αλλά ο πολιτισμός καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο
μια κοινωνία αντιλαμβάνεται και αξιοποιεί αυτή τη δυνατότητα.
Ρέκβιεμ… Τρίτος Παγκόσμιος Πόλεμος
Ο σιωπηλός πόλεμος εναντίον του Ιράν, ο πόλεμος στη Συρία, η ένοπλη σύγκρουση στην
Ουκρανία, η διάλυση της Γιουγκοσλαβίας και η αποσταθεροποίηση των Βαλκανίων
παρουσιάζονται, μέσα από τη γεωπολιτική οπτική του παρόντος κειμένου, όχι ως απομονωμένα
ιστορικά γεγονότα, αλλά ως διαφορετικές εκφάνσεις μιας ευρύτερης σύγκρουσης για τον
έλεγχο της ευρασιατικής περιμέτρου.
Στο σημείο αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία η κλασική γεωπολιτική διάκριση μεταξύ Heartland
και Rimland. Η ευρασιατική ενδοχώρα αποτελεί τον τεράστιο ηπειρωτικό χώρο γύρω από τον
οποίο αναπτύσσεται ένα μεγάλο μέρος του παγκόσμιου ανταγωνισμού ισχύος, ενώ η
περιμετρική ζώνη που εκτείνεται από την Ευρώπη και τη Μέση Ανατολή έως την Ασία
λειτουργεί ως χώρος επαφής μεταξύ ηπειρωτικών και θαλάσσιων δυνάμεων.
Μέσα σε αυτή τη λογική, ο έλεγχος του Rimland αποκτά αποφασιστική σημασία. Η
δυνατότητα περιορισμού της Ρωσίας και γενικότερα των ευρασιατικών δυνάμεων από τις
θαλάσσιες εξόδους τους λειτουργεί ως μηχανισμός ανάσχεσης της δυνατότητας του Heartland
να εξελιχθεί σε κέντρο παγκόσμιας ισχύος.
Από αυτή την οπτική, η αμερικανική στρατηγική στην Ευρασία δεν μπορεί να εξεταστεί μόνο
μέσα από μεμονωμένες στρατιωτικές επεμβάσεις ή περιφερειακές κρίσεις. Αποτελεί μέρος ενός
ευρύτερου γεωπολιτικού ανταγωνισμού ανάμεσα στη θαλάσσια ισχύ και την ηπειρωτική ισχύ,
ανάμεσα στον έλεγχο της ευρασιατικής περιμέτρου και στην προσπάθεια πολιτικής,
οικονομικής και στρατηγικής ενοποίησης του εσωτερικού της Ευρασίας.
Το διακύβευμα είναι τεράστιο. Εάν μια μεγάλη ηπειρωτική συσπείρωση κατορθώσει να
συνδυάσει τους φυσικούς πόρους, τη δημογραφική βάση, τη βιομηχανική παραγωγή, την
τεχνολογία και τη στρατιωτική ισχύ της Ευρασίας, τότε η δυνατότητα ενός εξωτερικού κέντρου
να διατηρεί μονοπολικό έλεγχο στο διεθνές σύστημα περιορίζεται δραστικά.
Γι’ αυτό και η σύγκρουση γύρω από την Ευρασία αποκτά, σύμφωνα με τη συλλογιστική του
κειμένου, χαρακτήρα πολύ ευρύτερο από μια συνηθισμένη αντιπαράθεση κρατικών
συμφερόντων. Αφορά την ίδια τη μορφή που θα λάβει η μελλοντική παγκόσμια τάξη.
Η μονοπολική δύναμη έχει ισχυρό κίνητρο να εμποδίσει τη συγκρότηση ενός ανταγωνιστικού
ηπειρωτικού κέντρου. Αντίστοιχα, οι ευρασιατικές δυνάμεις έχουν ισχυρό κίνητρο να
περιορίσουν τη δυνατότητα εξωτερικού ελέγχου της περιφέρειάς τους. Έτσι δημιουργείται ένας
γεωπολιτικός ανταγωνισμός στον οποίο καμία πλευρά δεν αντιμετωπίζει την υποχώρηση ως
απλή απώλεια επιρροής, αλλά ως πιθανή μεταβολή της ίδιας της παγκόσμιας ισορροπίας.
Εδώ βρίσκεται και ο κίνδυνος που περιέγραφε το αρχικό κείμενο. Όταν το διακύβευμα δεν
αφορά πλέον μία περιοχή αλλά την ίδια την παγκόσμια κατανομή της ισχύος, η ένταση μπορεί
να ξεπεράσει τα όρια των περιφερειακών συγκρούσεων.
Η ανθρωπότητα βρίσκεται τότε αντιμέτωπη με την πιο σκοτεινή πλευρά της μετάβασης από τη
μία παγκόσμια τάξη στην άλλη: την πιθανότητα η σύγκρουση ανάμεσα στη μονοπολικότητα
και την αναδυόμενη πολυπολικότητα να αποκτήσει παγκόσμιες διαστάσεις.
Και σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο, όπως κατέληγε και το αρχικό κείμενο, η αποτροπή της
χειρότερης δυνατής εξέλιξης δεν αποτελεί απλώς ζήτημα γεωπολιτικής ισορροπίας, αλλά
ζήτημα ιστορικής και ανθρώπινης επιβίωσης.
Προς έναν Πολυπολικό Κόσμο
Η πολυπολικότητα δεν αποτελεί απλώς μια διαφορετική κατανομή της παγκόσμιας ισχύος.
Αποτελεί μια διαφορετική αντίληψη για τη σχέση ανάμεσα στον χώρο, το κράτος, τον
πολιτισμό και την ιστορία. Ένας πολυπολικός κόσμος προϋποθέτει την ύπαρξη περισσότερων
γεωπολιτικών κέντρων, ικανών να διαμορφώνουν τη δική τους πορεία και να εκφράζουν
διαφορετικές ιστορικές και πολιτισμικές παραδόσεις.
Η μετάβαση από τη μονοπολικότητα προς ένα τέτοιο σύστημα δεν συνεπάγεται την εξαφάνιση
των ανταγωνισμών ούτε εγγυάται από μόνη της έναν δικαιότερο κόσμο. Μεταβάλλει όμως το
θεμελιώδες χαρακτηριστικό της διεθνούς αρχιτεκτονικής: την αποκλειστικότητα ενός
μοναδικού κέντρου ισχύος να καθορίζει τους όρους του παγκόσμιου συστήματος.
Στην καρδιά αυτής της αντίληψης βρίσκεται ο γεωπολιτικός πόλος. Όχι απλώς ως μεγάλη
δύναμη, αλλά ως σύνθεση γεωγραφικού χώρου, πολιτικής αυτονομίας, οικονομικής και
στρατιωτικής ισχύος, ιστορικής συνέχειας και πολιτισμικής ταυτότητας. Υπό αυτή την έννοια, η
πολυπολικότητα δεν ταυτίζεται με έναν κόσμο πολλών κρατών. Τα κράτη υπήρχαν και μέσα
στη μονοπολική τάξη. Το κρίσιμο ζήτημα είναι εάν υπάρχουν περισσότερα πραγματικά κέντρα
ικανά να οργανώνουν τον χώρο τους και να περιορίζουν την καθολική κυριαρχία ενός
μοναδικού πόλου.
Η Ευρασία βρίσκεται αναπόφευκτα στο κέντρο αυτής της προβληματικής. Η σχέση μεταξύ
Heartland και Rimland, η ανάδυση μεγάλων ηπειρωτικών δυνάμεων και η σύγκρουση ανάμεσα
στη θαλάσσια και την ηπειρωτική ισχύ δείχνουν ότι η γεωγραφία εξακολουθεί να αποτελεί έναν
από τους θεμελιώδεις παράγοντες της παγκόσμιας πολιτικής.
Μέσα σε αυτή τη μεταβαλλόμενη πραγματικότητα, η Ελλάδα καλείται να αναμετρηθεί και με
το δικό της γεωπολιτικό ερώτημα: εάν θα αντιλαμβάνεται τον εαυτό της αποκλειστικά μέσα
από τις υπάρχουσες δομές ισχύος ή εάν θα επιχειρήσει να αξιοποιήσει τη γεωγραφική θέση, την
ιστορική συνέχεια και την πολιτισμική της κληρονομιά για τη διαμόρφωση μεγαλύτερης
στρατηγικής αυτονομίας.
Τελικά, η Θεωρία ενός Πολυπολικού Κόσμου δεν περιγράφει απλώς την αντικατάσταση μιας
δύναμης από κάποια άλλη. Θέτει ένα βαθύτερο ερώτημα: εάν ο κόσμος θα οργανωθεί γύρω από
ένα μοναδικό κέντρο ή εάν διαφορετικοί λαοί, πολιτισμοί και γεωπολιτικοί χώροι θα μπορούν
να αποτελούν αυτόνομα κέντρα ιστορικής και πολιτικής βούλησης.
Αυτό είναι και το πραγματικό διακύβευμα της πολυπολικότητας.
Φίλιππος Μπουράτογλου – Ιστορικός ερευνητής – Εκπαιδευτής πολεμικών τεχνών














































