Η Ασύμμετρη Ισχύς: Όταν η Στρατηγική Αυτονομία Υπερβαίνει τη Σχετική Ισχύ.

«Ιράν, Σαουδική Αραβία, Ανσάρ Αλλάχ και Πακιστάν στη νέα γεωπολιτική εξίσωση της
Μέσης Ανατολής.»

Στη γεωπολιτική, η ισχύς συνήθως αναζητείται εκεί όπου τα μεγέθη είναι εύκολο να
μετρηθούν. Στον αριθμό των στρατιωτών, στο μέγεθος της οικονομίας, στις αμυντικές
δαπάνες, στην παραγωγή ενέργειας, στην τεχνολογική υπεροχή ή στο εύρος των
συμμαχιών. Οι δείκτες αυτοί είναι απαραίτητοι για την κατανόηση της διεθνούς
ισορροπίας. Δεν εξηγούν όμως πάντοτε το σημαντικότερο ερώτημα μιας κρίσης:
Ποιος εξακολουθεί να έχει διαθέσιμες επιλογές όταν οι συνθήκες αρχίζουν να περιορίζουν
τα περιθώρια κινήσεων;
Το ερώτημα αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία στη σημερινή Μέση Ανατολή.
Οι πρόσφατες εξελίξεις γύρω από τη Σαουδική Αραβία, το Ιράν και την Ανσάρ Αλλάχ
στην Υεμένη δεν αποκαλύπτουν απλώς μια ακόμη αντιπαράθεση μεταξύ περιφερειακών
δυνάμεων. Αποκαλύπτουν ένα πολύ πιο σύνθετο πρόβλημα: τη διαφορά ανάμεσα στη
συνολική ισχύ ενός δρώντος και στην πραγματική ελευθερία κινήσεων που διαθέτει μέσα
σε μια κρίση.
Η Σαουδική Αραβία διαθέτει σημαντικούς οικονομικούς πόρους, στρατηγικές σχέσεις και
ισχυρές δυνατότητες. Το Ιράν διαθέτει διαφορετικού τύπου πλεονεκτήματα, συνδεδεμένα

με τη γεωγραφική του θέση, την περιφερειακή του παρουσία και την ικανότητά του να
λειτουργεί μέσα από ένα ευρύτερο περιφερειακό περιβάλλον. Η Ανσάρ Αλλάχ διαθέτει
σαφώς μικρότερη συνολική ισχύ, αλλά δρα σε έναν χώρο όπου η γεωγραφία, οι θαλάσσιες
οδοί και η εγγύτητα προς κρίσιμες ενεργειακές και εμπορικές διαδρομές αυξάνουν τη
δυνατότητα επιρροής της. Το Πακιστάν, από την άλλη, δεν εμφανίζεται ως απλός
παρατηρητής, αλλά ως ένας ακόμη δίαυλος περιφερειακής επικοινωνίας και
διαμεσολάβησης.
Αυτές οι διαφορές δεν μπορούν να αποτυπωθούν σε έναν απλό πίνακα στρατιωτικής
ισχύος.
Γιατί ένας δρώντας μπορεί να είναι ισχυρότερος σε απόλυτους όρους και ταυτόχρονα να
έχει λιγότερες διαθέσιμες επιλογές.
Εδώ βρίσκεται η ουσία της ασύμμετρης ισχύος.
Η ασυμμετρία δεν σημαίνει απλώς ότι δύο πλευρές είναι άνισες. Σημαίνει ότι η ανισότητα
των πόρων δεν αντιστοιχεί απαραίτητα στην ανισότητα των στρατηγικών επιλογών. Ο
ισχυρότερος μπορεί να διαθέτει περισσότερα μέσα, αλλά κάθε επιπλέον κίνηση να αυξάνει
το οικονομικό, στρατιωτικό ή πολιτικό κόστος. Ο μικρότερος μπορεί, αντίθετα, να διαθέτει
λιγότερα μέσα αλλά περισσότερους τρόπους να καθυστερήσει, να αρνηθεί, να πιέσει, να
διαπραγματευτεί ή να μεταφέρει το κόστος της κρίσης σε διαφορετικό πεδίο.
Έτσι δημιουργείται μια κρίσιμη διάκριση:
Η σχετική ισχύς μετρά το πόσα διαθέτεις. Η στρατηγική αυτονομία μετρά το πόσα από
αυτά μπορείς πραγματικά να μετατρέψεις σε επιλογές.
Αυτό ακριβώς είναι που κάνει τις τελευταίες εξελίξεις τόσο σημαντικές.
Η αναζήτηση εξωτερικής στρατιωτικής παρέμβασης, οι προσπάθειες περιορισμού της
έντασης μέσω περιφερειακών διαύλων, οι επαφές με το Ιράν και οι κινήσεις γύρω από την
Υεμένη δείχνουν ότι οι περιφερειακοί δρώντες δεν λειτουργούν σε ένα περιβάλλον όπου η
ισχύς ενός κράτους μπορεί αυτομάτως να μετατραπεί σε πολιτικό αποτέλεσμα. Κάθε
κίνηση δημιουργεί αντιδράσεις, κάθε επιλογή έχει κόστος και κάθε εξωτερική παρέμβαση
μπορεί να μεταβάλει τη γεωγραφία της ίδιας της κρίσης.
Το αποτέλεσμα είναι μια διαφορετική μορφή γεωπολιτικού ανταγωνισμού.
Δεν ανταγωνίζονται μόνο οι δρώντες για το ποιος διαθέτει περισσότερη ισχύ.
Ανταγωνίζονται για το ποιος θα διατηρήσει περισσότερες επιλογές.
Και αυτή η διάσταση γίνεται ακόμη σημαντικότερη όταν η κρίση επεκτείνεται πέρα από τα
σύνορα ενός κράτους και συνδέεται με τη θάλασσα, την ενέργεια, τις εμπορικές οδούς, τις
περιφερειακές σχέσεις και τη διπλωματία.
Η περίπτωση της Μέσης Ανατολής, επομένως, δεν είναι απλώς μια μελέτη περιφερειακής
σύγκρουσης. Είναι ένα παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο λειτουργεί η ισχύς σε ένα
περιβάλλον όπου κανένας δρώντας δεν ελέγχει μόνος του όλες τις μεταβλητές.
Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι πλέον μόνο ποιος είναι ισχυρότερος.
Είναι:
Ποιος μπορεί να συνεχίσει να επιλέγει όταν οι διαθέσιμες επιλογές του αντιπάλου
μειώνονται;

Για να απαντήσουμε σε αυτό, πρέπει πρώτα να εξετάσουμε τι πραγματικά σημαίνει ισχύς
και γιατί η στρατηγική αυτονομία μπορεί, υπό συγκεκριμένες γεωπολιτικές συνθήκες, να
μετατρέψει περιορισμένους πόρους σε δυσανάλογη επιρροή.
Από εκεί ξεκινά η ανάλυση της νέας ασυμμετρίας ισχύος στη Μέση Ανατολή.

Η Ισχύς δεν Είναι Μόνο Μέγεθος.
Η κλασική αντίληψη της ισχύος ξεκινά από μια σχετικά απλή παραδοχή: όσο περισσότερα
μέσα διαθέτει ένας δρώντας, τόσο μεγαλύτερη είναι και η ικανότητά του να επιβάλλει τη
βούλησή του. Η οικονομική ισχύς, η στρατιωτική δυνατότητα, η ενεργειακή παραγωγή, η
τεχνολογία και οι συμμαχίες αποτελούν πράγματι θεμελιώδεις συνιστώσες της
γεωπολιτικής ισχύος.
Όμως η κατοχή ενός μέσου δεν σημαίνει αυτομάτως και δυνατότητα αποτελεσματικής
χρησιμοποίησής του.
Ανάμεσα στη διαθέσιμη ισχύ και στο πολιτικό αποτέλεσμα παρεμβάλλεται μια σειρά από
παράγοντες: η γεωγραφία, το κόστος της επέμβασης, οι αντιδράσεις του αντιπάλου, η
διάρκεια της σύγκρουσης, η δυνατότητα διατήρησης των επιχειρήσεων και, κυρίως, το
εύρος των εναλλακτικών επιλογών που διαθέτει κάθε πλευρά.
Εδώ βρίσκεται η πρώτη θεμελιώδης διάκριση.
Η ισχύς είναι το απόθεμα δυνατοτήτων. Η στρατηγική αυτονομία είναι η δυνατότητα να
επιλέγεις ανάμεσα σε διαφορετικές χρήσεις αυτών των δυνατοτήτων.
Ένας δρώντας με μεγάλη στρατιωτική ισχύ μπορεί να διαθέτει πολλές δυνατότητες σε
θεωρητικό επίπεδο, αλλά ελάχιστες πραγματικές επιλογές εάν κάθε κίνηση δημιουργεί
δυσανάλογο κόστος ή προκαλεί μια αλυσίδα αντιδράσεων που δεν μπορεί εύκολα να
ελέγξει.
Αντίστροφα, ένας μικρότερος δρώντας μπορεί να διαθέτει περιορισμένους πόρους αλλά να
βρίσκεται σε γεωγραφική ή στρατηγική θέση που του επιτρέπει να επηρεάζει ένα πολύ
μεγαλύτερο σύστημα.
Αυτό δεν σημαίνει ότι ο μικρότερος γίνεται συνολικά ισχυρότερος από τον μεγαλύτερο.
Σημαίνει κάτι πιο συγκεκριμένο: σε ένα συγκεκριμένο πεδίο και υπό συγκεκριμένες
συνθήκες, η σχέση μεταξύ των δύο μπορεί να γίνει ασύμμετρη.
Η διαφορά είναι κρίσιμη.
Η Ανσάρ Αλλάχ, για παράδειγμα, δεν μπορεί να συγκριθεί σε συνολικούς οικονομικούς ή
στρατιωτικούς πόρους με τη Σαουδική Αραβία. Η σύγκριση όμως αλλάζει όταν το
αντικείμενο δεν είναι η συνολική ισχύς αλλά η δυνατότητα επηρεασμού μιας
συγκεκριμένης γεωγραφικής ζώνης και των διαδρομών που τη διασχίζουν. Το ίδιο ισχύει
όταν εξετάζουμε το Ιράν όχι απλώς ως κράτος με συγκεκριμένες στρατιωτικές
δυνατότητες, αλλά ως δρώντα που βρίσκεται πάνω σε έναν από τους σημαντικότερους
γεωγραφικούς κόμβους της παγκόσμιας ενεργειακής κυκλοφορίας.
Η γεωγραφία, επομένως, δεν προσθέτει απλώς ισχύ.
Μετατρέπει ορισμένες μορφές ισχύος σε επιλογές.

Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο η σημερινή κρίση στη Μέση Ανατολή δεν μπορεί να
αναλυθεί μόνο μέσα από το ερώτημα ποιος διαθέτει τον μεγαλύτερο στρατό ή τη
μεγαλύτερη οικονομία. Πρέπει να εξετάσουμε ποιος μπορεί να επηρεάσει το κόστος των
επιλογών του άλλου.
Η πραγματική ασυμμετρία εμφανίζεται όταν ένας δρώντας μπορεί να επιβάλει στον
αντίπαλο ένα δίλημμα χωρίς να χρειάζεται να διαθέτει τα ίδια μέσα με εκείνον.
Τότε η σχέση δεν είναι πλέον:
Ισχυρός εναντίον ασθενέστερου.
Είναι:
Διαφορετικές μορφές ισχύος που συγκρούονται μέσα στον ίδιο γεωπολιτικό χώρο.
Αυτό εξηγεί γιατί οι περιφερειακές κρίσεις μπορούν να αποκτούν δυναμική πολύ
μεγαλύτερη από το αρχικό μέγεθος των εμπλεκομένων. Ένας θαλάσσιος διάδρομος, ένα
ενεργειακό σημείο, ένα στρατηγικό πέρασμα ή ένα περιφερειακό δίκτυο σχέσεων μπορεί
να αποκτήσει αξία δυσανάλογη προς το μέγεθος του δρώντος που το επηρεάζει.
Η ισχύς, λοιπόν, δεν είναι μόνο αυτό που διαθέτεις.
Είναι και το σημείο στο οποίο μπορείς να τη χρησιμοποιήσεις, ο τρόπος με τον οποίο
μπορείς να τη χρησιμοποιήσεις και το κόστος που μπορείς να επιβάλεις στον άλλο χωρίς
να εξαντλήσεις τις δικές σου επιλογές.
Από αυτή την άποψη, η στρατηγική αυτονομία αποτελεί μια διαφορετική διάσταση της
ισχύος. Δεν αντικαθιστά την οικονομική ή στρατιωτική ισχύ. Την μετατρέπει όμως σε
πολιτική δυνατότητα.
Και ακριβώς εδώ βρίσκεται το επόμενο ερώτημα:
Τι συμβαίνει όταν ένας δρώντας διαθέτει λιγότερη συνολική ισχύ, αλλά περισσότερες
διαθέσιμες στρατηγικές επιλογές;
Η απάντηση βρίσκεται στη γεωγραφία της ίδιας της κρίσης.

Η Γεωγραφία Μετατρέπει την Ισχύ σε Επιλογές
Η γεωπολιτική ισχύς αποκτά διαφορετική αξία ανάλογα με τον χώρο στον οποίο ασκείται.
Ένα κράτος μπορεί να διαθέτει τεράστιους οικονομικούς και στρατιωτικούς πόρους, αλλά
η αποτελεσματικότητά τους μεταβάλλεται όταν εισέρχονται σε έναν γεωγραφικό χώρο που
δεν ελέγχουν πλήρως.
Εδώ βρίσκεται μια από τις σημαντικότερες ιδιότητες της γεωγραφίας: δεν κατανέμει
απλώς την ισχύ. Κατανέμει και τις επιλογές.
Το Στενό του Ορμούζ αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Δεν είναι απλώς μια
θαλάσσια δίοδος. Είναι ένας γεωγραφικός κόμβος στον οποίο συναντώνται η ενεργειακή
κυκλοφορία, το εμπόριο, η ασφάλεια των παράκτιων κρατών και οι στρατηγικές
επιδιώξεις εξωτερικών δυνάμεων.

Η σημασία του επομένως δεν προκύπτει από το μέγεθός του, αλλά από τη θέση του μέσα
στο ευρύτερο σύστημα.
Αυτό ακριβώς δημιουργεί την ασυμμετρία.
Ένας δρώντας που βρίσκεται δίπλα σε έναν κρίσιμο γεωγραφικό κόμβο δεν χρειάζεται να
διαθέτει τη δυνατότητα να ελέγξει ολόκληρο το σύστημα. Αρκεί να διαθέτει την ικανότητα
να επηρεάσει τη λειτουργία του. Η δυνατότητα αυτή μπορεί να μετατρέψει μια
περιορισμένη γεωγραφική θέση σε σημαντικό στρατηγικό πλεονέκτημα.
Στην περίπτωση του Ορμούζ, η ίδια η ιρανική θέση το τελευταίο διάστημα αποτυπώνει
αυτή τη λογική. Η Τεχεράνη έχει συνδέσει τη συζήτηση για την επαναφορά της
ναυσιπλοΐας με συγκεκριμένους πολιτικούς και διπλωματικούς όρους, ενώ παράλληλα έχει
διαπραγματευτεί με το Ομάν ένα πλαίσιο για ασφαλείς διαδρομές. Η συμφωνία Ιράν-Ομάν
του Αυγούστου προέβλεπε προσωρινό διάδρομο ναυσιπλοΐας, τεχνικές διαπραγματεύσεις
και μηχανισμούς διαχείρισης της κυκλοφορίας, χωρίς αυτό να ταυτίζεται αυτομάτως με
πλήρη επαναλειτουργία του Στενού.
Η λεπτομέρεια αυτή έχει μεγαλύτερη σημασία απ’ όσο φαίνεται.
Η γεωπολιτική ισχύς δεν βρίσκεται μόνο στην ικανότητα να κλείσεις μια δίοδο. Βρίσκεται
και στην ικανότητα να καθορίσεις τους όρους υπό τους οποίους αυτή μπορεί να
λειτουργήσει.
Εδώ η γεωγραφία μετατρέπεται σε διαπραγματευτικό μηχανισμό.
Το ίδιο φαινόμενο εμφανίζεται και στην Υεμένη. Η θέση της χώρας απέναντι από το
Κέρας της Αφρικής και κοντά στο Μπαμπ ελ-Μαντέμπ συνδέει την τοπική σύγκρουση με
ένα ευρύτερο σύστημα θαλάσσιων μεταφορών. Η Ανσάρ Αλλάχ δεν χρειάζεται να διαθέτει
ναυτικές δυνατότητες αντίστοιχες μιας μεγάλης περιφερειακής ή παγκόσμιας δύναμης για
να αποκτήσει γεωπολιτική σημασία. Η θέση στην οποία δρα προσδίδει στις ενέργειές της
συνέπειες που υπερβαίνουν κατά πολύ το εδαφικό της μέγεθος.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η Ανσάρ Αλλάχ ελέγχει το Μπαμπ ελ-Μαντέμπ ή ότι διαθέτει
«θαλάσσιο έλεγχο» με την κλασική στρατιωτική έννοια. Η διάκριση είναι απαραίτητη.
Άρνηση πρόσβασης δεν σημαίνει έλεγχο της θάλασσας.
Η διαφορά όμως αυτή δεν αναιρεί τη γεωπολιτική σημασία της δυνατότητας να αυξηθεί το
κόστος, ο κίνδυνος ή η αβεβαιότητα μιας θαλάσσιας διαδρομής.
Έτσι δημιουργείται μια αλυσίδα:
Γεωγραφικός κόμβος → δυνατότητα διατάραξης → αύξηση κόστους → περιορισμός
επιλογών του αντιπάλου → ενίσχυση διαπραγματευτικής θέσης.
Αυτός ο μηχανισμός είναι ιδιαίτερα σημαντικός για την κατανόηση της σημερινής Μέσης
Ανατολής. Το Ιράν και η Υεμένη δεν αποτελούν δύο πανομοιότυπες περιπτώσεις, ούτε
διαθέτουν την ίδια μορφή ισχύος. Συνδέονται όμως με μια κοινή γεωπολιτική
πραγματικότητα: η θέση τους μέσα στο σύστημα των θαλάσσιων και ενεργειακών
διαδρομών προσδίδει στις αποφάσεις τους συνέπειες μεγαλύτερες από το απλό μέγεθος
των κρατικών ή μη κρατικών δυνατοτήτων τους.
Και αυτό μας οδηγεί σε ένα ευρύτερο συμπέρασμα.

Όταν η γεωγραφία δημιουργεί δυνατότητα επιρροής σε έναν κρίσιμο κόμβο, ο δρώντας
δεν χρειάζεται να είναι ο ισχυρότερος συνολικά. Χρειάζεται να μπορεί να καταστήσει τις
επιλογές του αντιπάλου ακριβότερες, πιο επικίνδυνες ή πολιτικά δυσκολότερες.
Τότε η ισχύς αποκτά μια νέα μορφή.
Δεν είναι πλέον μόνο η δυνατότητα να επιβάλεις τη δική σου επιλογή.
Είναι η δυνατότητα να περιορίσεις τις επιλογές του άλλου.
Και ακριβώς σε αυτό το σημείο η γεωγραφία συναντά τη στρατηγική αυτονομία.

Όταν η Μεγάλη Ισχύς Περιορίζεται από τις
Επιλογές
Η Σαουδική Αραβία αποτελεί ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα της διαφοράς
ανάμεσα στη συνολική ισχύ και στην ελευθερία στρατηγικών επιλογών.
Το Βασίλειο διαθέτει σημαντικούς οικονομικούς πόρους, ενεργειακή βαρύτητα, σύγχρονες
ένοπλες δυνάμεις και ένα εκτεταμένο δίκτυο διεθνών σχέσεων. Η επίθεση όμως σε έναν
γεωγραφικό χώρο όπως η Υεμένη δημιουργεί ένα διαφορετικό πρόβλημα: η υλική υπεροχή
δεν μεταφράζεται αυτόματα σε πολιτικό αποτέλεσμα.
Οι πρόσφατες επιθέσεις εναντίον σαουδαραβικών στόχων και υποδομών δείχνουν ακριβώς
αυτή τη διαφορά. Στις 19 Σεπτεμβρίου, η Σαουδική Αραβία ανακοίνωσε την αναχαίτιση
βαλλιστικού πυραύλου που κατευθυνόταν προς το Ριάντ, ενώ παράλληλα ανέφερε
επιθέσεις ή απόπειρες επιθέσεων σε άλλες περιοχές του Βασιλείου.
Το γεγονός δεν αποδεικνύει από μόνο του κάποια συνολική ανατροπή του συσχετισμού
ισχύος. Δείχνει όμως κάτι πιο συγκεκριμένο: η Σαουδική Αραβία δεν μπορεί να
αντιμετωπίσει την κρίση αποκλειστικά ως ζήτημα στρατιωτικής υπεροχής.
Κάθε επιλογή έχει κόστος.
Μια άμεση στρατιωτική κλιμάκωση μπορεί να αυξήσει την ένταση. Μια παρατεταμένη
σύγκρουση μπορεί να επιβαρύνει την ασφάλεια των ενεργειακών υποδομών και των
μεταφορών. Η αναζήτηση εξωτερικής στρατιωτικής υποστήριξης αυξάνει την εξάρτηση
από αποφάσεις άλλων δυνάμεων. Η διπλωματική οδός, αντίθετα, απαιτεί διαπραγμάτευση
με δρώντες που δεν ελέγχονται από το Ριάντ.
Επομένως, το πρόβλημα δεν είναι ότι η Σαουδική Αραβία στερείται ισχύος.
Το πρόβλημα είναι ότι δεν μπορεί να μετατρέψει κάθε μορφή ισχύος σε ελεύθερη πολιτική
επιλογή.
Αυτό είναι και το σημείο όπου η ασυμμετρία γίνεται εμφανής.
Η Ανσάρ Αλλάχ δεν χρειάζεται να υπερέχει συνολικά της Σαουδικής Αραβίας. Αρκεί να
μπορεί να δημιουργεί κόστος ή αβεβαιότητα σε πεδία που έχουν μεγαλύτερη στρατηγική
σημασία από το μέγεθος των δικών της πόρων. Έτσι, ένας μικρότερος δρώντας μπορεί να
επηρεάζει τη συμπεριφορά ενός μεγαλύτερου χωρίς να τον υπερβαίνει σε συνολική ισχύ.

Η αντίδραση της περιοχής αποκτά επομένως ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Το Πακιστάν, για
παράδειγμα, συνεχίζει να διατηρεί διαύλους επικοινωνίας με την Τεχεράνη. Η επίσκεψη
του υπουργού Εσωτερικών Μοχσίν Νακβί στην Τεχεράνη στις 21 Σεπτεμβρίου
επιβεβαιώθηκε από ιρανικές πηγές, οι οποίες τόνισαν ότι το ταξίδι αφορούσε τις διμερείς
σχέσεις και τη συνεργασία και όχι τη μεταφορά μηνυμάτων μεταξύ Ιράν και ΗΠΑ.
Ανεξάρτητα από την ακριβή αποστολή κάθε επαφής, η ίδια η ύπαρξη πολλαπλών
περιφερειακών διαύλων δείχνει ότι η κρίση δεν εξελίσσεται σε ένα απλό δίπολο.
Και εδώ βρίσκεται η ουσία:
Όταν ένας δρώντας αναγκάζεται να αναζητήσει περισσότερους διαύλους για να
διαχειριστεί μια κρίση, ενώ ο αντίπαλός του μπορεί να διατηρεί περισσότερες
εναλλακτικές, η διαφορά ισχύος αρχίζει να αποκτά διαφορετικό περιεχόμενο.
Η γεωπολιτική δεν μετρά τότε μόνο ποιος έχει περισσότερα μέσα.
Μετρά ποιος έχει περισσότερες επιλογές που παραμένουν διαθέσιμες.

Το Ιράν και η Στρατηγική Αυτονομία
Το Ιράν αποτελεί διαφορετική περίπτωση από τη Σαουδική Αραβία. Δεν διαθέτει την ίδια
οικονομική πρόσβαση στις διεθνείς αγορές ούτε την ίδια σχέση με το παγκόσμιο
χρηματοπιστωτικό σύστημα. Διαθέτει όμως ένα διαφορετικό πλεονέκτημα: την ικανότητα
να διατηρεί στρατηγικές επιλογές μέσα σε ένα περιβάλλον έντονης εξωτερικής πίεσης.
Αυτή η δυνατότητα δεν προκύπτει από έναν μόνο παράγοντα.
Προκύπτει από τον συνδυασμό γεωγραφίας, κρατικής αντοχής, περιφερειακών σχέσεων
και της θέσης του Ιράν πάνω σε κρίσιμους θαλάσσιους και ενεργειακούς διαδρόμους.
Η γεωγραφική θέση του Ιράν είναι καθοριστική. Το κράτος βρίσκεται ανάμεσα στον
Περσικό Κόλπο, την Κεντρική Ασία, τον Καύκασο και τη Νότια Ασία, ενώ ελέγχει τη
βόρεια πλευρά του Στενού του Ορμούζ. Αυτό σημαίνει ότι οι εξελίξεις γύρω από το Ιράν
δεν περιορίζονται εύκολα στα σύνορά του.
Η γεωγραφία του δημιουργεί επιλογές με περιφερειακές συνέπειες.
Το ίδιο ισχύει και στο διπλωματικό επίπεδο. Η Τεχεράνη δεν αντιμετωπίζει την
περιφερειακή πολιτική ως σχέση μόνο με έναν αντίπαλο. Διατηρεί διαφορετικούς διαύλους
με κράτη όπως η Κίνα, η Ρωσία, το Ομάν και το Πακιστάν, ενώ παράλληλα συμμετέχει σε
περιφερειακούς και διεθνείς μηχανισμούς. Η ύπαρξη αυτών των διαύλων δεν σημαίνει ότι
όλοι οι συγκεκριμένοι δρώντες αποτελούν ενιαίο στρατηγικό μπλοκ. Σημαίνει ότι το Ιράν
διαθέτει περισσότερα από ένα πεδία στα οποία μπορεί να κινηθεί.
Και αυτή είναι η ουσία της στρατηγικής αυτονομίας.
Δεν σημαίνει ότι μπορείς να κάνεις τα πάντα. Σημαίνει ότι δεν υπάρχει μόνο μία διαθέσιμη
επιλογή.
Η διαφορά είναι κρίσιμη. Ένα κράτος μπορεί να είναι οικονομικά ισχυρό αλλά να
εξαρτάται από έναν περιορισμένο αριθμό διαδρομών, αγορών ή εξωτερικών εγγυήσεων.

Ένα άλλο μπορεί να έχει μικρότερη οικονομική ισχύ αλλά να διαθέτει περισσότερους
τρόπους να διαχειριστεί την πίεση.
Στην περίπτωση του Ιράν, η γεωγραφία του Ορμούζ αποτελεί έναν από αυτούς τους
παράγοντες. Η Τεχεράνη δεν χρειάζεται να ελέγχει ολόκληρη την παγκόσμια ενεργειακή
αγορά για να αποκτήσει διαπραγματευτικό βάρος. Αρκεί η θέση της να συνδέεται με έναν
κρίσιμο κόμβο του παγκόσμιου ενεργειακού συστήματος.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η γεωγραφία παρέχει απεριόριστη ισχύ. Κάθε στρατηγική επιλογή
έχει κόστος και κάθε μορφή πίεσης μπορεί να προκαλέσει αντίδραση. Η στρατηγική
αυτονομία επομένως δεν είναι αυτάρκεια ούτε ασυλία από την εξωτερική πίεση.
Είναι η δυνατότητα να επιλέγεις τον τρόπο με τον οποίο θα διαχειριστείς την πίεση.
Ακριβώς γι’ αυτό η πρόσφατη ιρανική διπλωματική δραστηριότητα έχει ιδιαίτερη
σημασία. Οι επαφές με το Ομάν, το Πακιστάν και την Κίνα δείχνουν ένα περιβάλλον στο
οποίο η διαπραγμάτευση δεν διεξάγεται μέσα από έναν μόνο δίαυλο. Το Ιράν μπορεί να
χρησιμοποιεί διαφορετικές σχέσεις για διαφορετικούς σκοπούς, χωρίς αυτό να σημαίνει
ότι όλες οι σχέσεις έχουν την ίδια στρατηγική βαρύτητα.
Η ισχύς εδώ λειτουργεί ως δίκτυο επιλογών.
Και αυτό μας επιστρέφει στην αρχική υπόθεση του άρθρου.
Η στρατηγική αυτονομία δεν είναι το αντίθετο της ισχύος. Είναι ένας τρόπος με τον οποίο
η ισχύς αποκτά πολιτική χρησιμότητα.
Όσο περισσότερες εναλλακτικές διαθέτει ένας δρώντας, τόσο δυσκολότερο γίνεται για
έναν αντίπαλο να προβλέψει ή να ελέγξει το επόμενο βήμα του. Και όσο δυσκολότερος
γίνεται ο έλεγχος, τόσο μεγαλύτερη γίνεται η ανάγκη για διαπραγμάτευση.
Εδώ βρίσκεται η πραγματική ασυμμετρία.
Δεν είναι απαραίτητα ισχυρότερος εκείνος που μπορεί να επιβάλει περισσότερα. Μπορεί
να αποκτήσει πλεονέκτημα και εκείνος που μπορεί να αρνηθεί περισσότερα, να περιμένει
περισσότερο και να επιλέξει ανάμεσα σε περισσότερες εναλλακτικές.
Το Ιράν αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της δεύτερης μορφής ισχύος.

Το Πακιστάν και η Γεωπολιτική των Διαύλων
Η εμφάνιση του Πακιστάν στην εξίσωση αποκτά σημασία ακριβώς επειδή δεν αποτελεί
μέρος ενός ενιαίου στρατιωτικού μπλοκ. Το Ισλαμαμπάντ δεν χρειάζεται να ταυτιστεί
πλήρως με την Τεχεράνη ή το Ριάντ για να αποκτήσει γεωπολιτική χρησιμότητα.
Αρκεί να μπορεί να λειτουργεί ως δίαυλος επικοινωνίας σε μια κρίση όπου οι άμεσες
επιλογές των βασικών αντιπάλων περιορίζονται.
Η επανειλημμένη παρουσία πακιστανικών αξιωματούχων στην Τεχεράνη εντάσσεται σε
αυτή τη λογική. Η επίσκεψη του υπουργού Εσωτερικών Μοχσίν Νακβί στην Τεχεράνη τον
Σεπτέμβριο εντάχθηκε επισήμως στο πλαίσιο της διμερούς συνεργασίας. Παράλληλα, το
Πακιστάν έχει διατηρήσει ανοικτούς διαύλους τόσο με το Ιράν όσο και με τη Σαουδική
Αραβία.

Η σημασία αυτής της θέσης δεν βρίσκεται απαραίτητα σε κάποιο συγκεκριμένο μήνυμα
που μεταφέρεται από τη μία πλευρά στην άλλη. Βρίσκεται στην ίδια την ύπαρξη
εναλλακτικού καναλιού.
Σε μια κλειστή γεωπολιτική σχέση, η πίεση τείνει να μετατρέπεται σε δίλημμα: αποδοχή ή
σύγκρουση. Όταν όμως εμφανίζονται περισσότεροι ενδιάμεσοι, περισσότερες
περιφερειακές σχέσεις και περισσότερες δυνατότητες επικοινωνίας, το δίλημμα
μετατρέπεται σε διαπραγμάτευση.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η διαμεσολάβηση λύνει αυτομάτως μια κρίση.
Σημαίνει ότι αλλάζει τον αριθμό των διαθέσιμων επιλογών.
Και εδώ το Πακιστάν λειτουργεί ως χαρακτηριστικό παράδειγμα μιας ευρύτερης
μεταβολής στη Μέση Ανατολή. Η περιφερειακή πολιτική δεν διεξάγεται πλέον
αποκλειστικά μέσα από τις σχέσεις των δύο ισχυρότερων αντιπάλων. Παρεμβάλλονται
γειτονικά κράτη, περιφερειακές δυνάμεις, οικονομικοί εταίροι και διαφορετικοί
διπλωματικοί δίαυλοι.
Η ισχύς επομένως αποκτά και μια δικτυακή διάσταση.
Όποιος διαθέτει περισσότερους ανοικτούς διαύλους δεν είναι αυτομάτως ισχυρότερος.
Διαθέτει όμως περισσότερες πιθανότητες να αποφύγει ένα αδιέξοδο που θα τον υποχρέωνε
σε μία και μοναδική επιλογή.
Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό για τη θεωρία της στρατηγικής αυτονομίας.
Αυτονομία δεν σημαίνει ότι αποφασίζεις μόνος σου. Σημαίνει ότι δεν εξαρτάσαι από έναν
και μοναδικό δρόμο για να συνεχίσεις να κινείσαι.
Το Πακιστάν, επομένως, δεν χρειάζεται να γίνει «νέος πόλος» για να έχει σημασία. Αρκεί
ο ρόλος του ως περιφερειακού κόμβου επικοινωνίας να αυξάνει τον αριθμό των
διαθέσιμων διαδρομών μέσα στην κρίση.
Και όσο αυξάνονται οι διαδρομές, τόσο δυσκολότερο γίνεται για οποιονδήποτε
μεμονωμένο δρώντα να ελέγξει μόνος του την εξέλιξη.

Η Υεμένη και το Κόστος της Επιλογής
Η Υεμένη αποτελεί ίσως το καθαρότερο παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο ένας
περιφερειακός δρώντας μπορεί να επηρεάσει έναν πολύ ισχυρότερο αντίπαλο χωρίς να
διαθέτει αντίστοιχη συνολική ισχύ.
Το ζήτημα δεν είναι αν η Ανσάρ Αλλάχ μπορεί να ανταγωνιστεί τη Σαουδική Αραβία σε
στρατιωτικό ή οικονομικό μέγεθος. Δεν μπορεί. Το ζήτημα είναι αν μπορεί να
δημιουργήσει κόστος που περιορίζει τις διαθέσιμες επιλογές του Ριάντ.
Η απάντηση βρίσκεται στη γεωγραφία.
Η θέση της Υεμένης, η γειτνίαση με τη Σαουδική Αραβία και η πρόσβαση προς το Μπαμπ
ελ-Μαντέμπ συνδέουν την εσωτερική σύγκρουση της χώρας με τις ενεργειακές και
εμπορικές διαδρομές της ευρύτερης περιοχής. Έτσι, μια σύγκρουση που ξεκινά ως
περιφερειακή μπορεί να αποκτήσει συνέπειες πολύ πέρα από το πεδίο των μαχών.

Αυτό ακριβώς αυξάνει τη στρατηγική αξία της Ανσάρ Αλλάχ.
Σύμφωνα με το υλικό που εξετάζουμε, οι δυνάμεις της επιχείρησαν να επεκτείνουν τις
θέσεις τους προς τα όρη Κάχμπουμπ, στην περιοχή Ταΐζ–Λαχίτζ, με τη γεωγραφία αυτής
της κίνησης να αποκτά σημασία λόγω της εγγύτητας προς τις περιοχές που οδηγούν προς
το Μπαμπ ελ-Μαντέμπ. Οι αντίπαλες πλευρές παρουσίασαν διαφορετικές εικόνες για τις
εξελίξεις στο μέτωπο, επομένως οι επιμέρους στρατιωτικές αναφορές δεν μπορούν να
θεωρηθούν όλες επιβεβαιωμένες.
Το ουσιώδες όμως δεν βρίσκεται σε μία συγκεκριμένη εδαφική μεταβολή.
Βρίσκεται στη δυνατότητα της σύγκρουσης να δημιουργεί πολλαπλά μέτωπα κόστους.
Για το Ριάντ, το πρόβλημα δεν είναι μόνο η ασφάλεια των συνόρων. Είναι ταυτόχρονα η
προστασία των ενεργειακών υποδομών, η ασφάλεια των θαλάσσιων διαδρομών, η
οικονομική σταθερότητα και η αποφυγή μιας σύγκρουσης που θα μπορούσε να διευρυνθεί.
Έτσι, κάθε στρατιωτική επιλογή πρέπει να υπολογίζει περισσότερες μεταβλητές.
Και όσο αυξάνονται οι μεταβλητές, τόσο περιορίζεται η ελευθερία κινήσεων.
Αυτό εξηγεί και γιατί η διπλωματική οδός αποκτά μεγαλύτερη σημασία. Η Σαουδική
Αραβία έχει αναζητήσει διαύλους μέσω της Ουάσιγκτον, του Καΐρου, του Ισλαμαμπάντ
και του Μουσκάτ, ενώ παράλληλα έχει εξεταστεί πρόταση για προσωρινή εκεχειρία στην
Υεμένη, με χαλάρωση περιορισμών σε λιμάνια και αεροδρόμια και προοπτική άμεσων
συνομιλιών.
Η πλευρά της Ανσάρ Αλλάχ, σύμφωνα με το ίδιο υλικό, δεν αντιμετώπισε την πρόταση ως
νέα εξέλιξη, γεγονός που δείχνει και τη διαφορά στη διαπραγματευτική αφετηρία των δύο
πλευρών.
Εδώ βρίσκεται το σημαντικότερο σημείο.
Όταν ένας ισχυρότερος δρώντας χρειάζεται περισσότερους διαύλους για να μειώσει την
πίεση που δέχεται, ενώ ένας μικρότερος μπορεί να διατηρεί τη δυνατότητα άρνησης, η
αριθμητική της ισχύος δεν αρκεί για να περιγράψει τη σχέση.
Δεν σημαίνει ότι η Ανσάρ Αλλάχ ελέγχει τη Σαουδική Αραβία. Δεν σημαίνει ότι έχει
αποκτήσει στρατιωτική υπεροχή. Σημαίνει ότι μπορεί να επηρεάζει το κόστος των
σαουδαραβικών επιλογών.
Αυτό είναι το ουσιαστικό περιεχόμενο της ασύμμετρης ισχύος.
Ο μικρότερος δρώντας δεν χρειάζεται να κερδίσει σε όλα τα πεδία. Αρκεί να διαθέτει ένα
ή περισσότερα πεδία στα οποία ο αντίπαλος δεν μπορεί να επιτύχει εύκολα αποφασιστικό
αποτέλεσμα.
Η Υεμένη επομένως δεν αποτελεί απλώς μια περιφερειακή σύγκρουση. Αποτελεί
εργαστήριο στρατηγικής αυτονομίας.
Και εδώ συναντώνται οι δύο πλευρές της εξίσωσης: η Σαουδική Αραβία διαθέτει
περισσότερους πόρους, ενώ η Ανσάρ Αλλάχ μπορεί να διαθέτει, σε συγκεκριμένα πεδία,
μεγαλύτερη ελευθερία να αποδέχεται ή να απορρίπτει το κόστος μιας παρατεταμένης
κρίσης.
Αυτό είναι που μετατρέπει την ποσοτική διαφορά ισχύος σε ποιοτική ασυμμετρία.

Η γεωπολιτική ισχύς, τελικά, δεν κρίνεται μόνο από το πόσο μπορείς να καταστρέψεις ή
να καταλάβεις.
Κρίνεται και από το πόσο καιρό μπορείς να συνεχίσεις χωρίς να εξαντλήσεις τις επιλογές
σου.

Η Κίνα και η Διεύρυνση των Επιλογών
Η παρουσία της Κίνας στην εξίσωση δεν πρέπει να ερμηνευθεί μέσα από τη λογική ενός
νέου στρατιωτικού μπλοκ. Η σχέση Πεκίνου και Τεχεράνης έχει διαφορετική φύση. Η
Κίνα διαθέτει οικονομικά και διπλωματικά εργαλεία, ενώ το Ιράν διαθέτει γεωγραφικά και
περιφερειακά εργαλεία. Η μεταξύ τους σχέση αποκτά σημασία ακριβώς επειδή αυτές οι
διαφορετικές μορφές ισχύος μπορούν να συνυπάρχουν χωρίς να μετατρέπονται σε ενιαία
στρατιωτική συμμαχία.
Η συνάντηση του Κινέζου υπουργού Εξωτερικών Γουάνγκ Γι με τον Ιρανό ομόλογό του
Αμπάς Αραγτσί στις 16 Σεπτεμβρίου επιβεβαίωσε αυτή τη διάσταση. Το Πεκίνο δήλωσε
ότι θα ενισχύσει τον διάλογο και τη συνεργασία με το Ιράν, θα στηρίξει τα νόμιμα
δικαιώματα και συμφέροντά του και θα συνεχίσει την πολιτική του απέναντι στην
Τεχεράνη με συνέχεια και σταθερότητα. Παράλληλα, η κινεζική πλευρά τάχθηκε υπέρ της
επαναλειτουργίας του Στενού του Ορμούζ.
Η σημασία αυτής της θέσης βρίσκεται περισσότερο στη διεύρυνση του διπλωματικού
χώρου παρά σε κάποια άμεση στρατιωτική δέσμευση.
Αυτό είναι κρίσιμο για την κατανόηση της στρατηγικής αυτονομίας. Ένα κράτος δεν
χρειάζεται να αποκτήσει έναν νέο στρατιωτικό προστάτη για να αυξήσει τις επιλογές του.
Μπορεί να το κάνει μέσω οικονομικών σχέσεων, διπλωματικών διαύλων, διεθνών
οργανισμών και εναλλακτικών κέντρων πολιτικής στήριξης.
Στην περίπτωση του Ιράν, η Κίνα αποτελεί έναν τέτοιο δίαυλο.
Δεν σημαίνει ότι το Πεκίνο υιοθετεί όλες τις ιρανικές θέσεις ούτε ότι θα αναλάβει το
κόστος των ιρανικών επιλογών. Σημαίνει ότι η Τεχεράνη δεν βρίσκεται αντιμέτωπη με
έναν κόσμο όπου υπάρχει μόνο ένας διαθέσιμος εξωτερικός συνομιλητής ή ένα μόνο
κέντρο από το οποίο μπορεί να αναζητήσει διπλωματική και οικονομική στήριξη.
Και εδώ επανέρχεται ο Ορμούζ.
Η κινεζική έκκληση για επαναλειτουργία του Στενού δείχνει ότι η κρίση δεν αφορά
αποκλειστικά τις σχέσεις Ιράν και Σαουδικής Αραβίας ή Ιράν και Ηνωμένων Πολιτειών.
Αφορά ένα γεωγραφικό σημείο του οποίου η λειτουργία έχει ευρύτερες συνέπειες για την
παγκόσμια οικονομία.
Έτσι, η γεωγραφική ισχύς του Ιράν συναντά την οικονομική και διπλωματική βαρύτητα
της Κίνας χωρίς να απαιτείται η δημιουργία ενός ενιαίου μπλοκ.
Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο στοιχείο.
Η πολυπλοκότητα ενός γεωπολιτικού συστήματος μπορεί από μόνη της να περιορίσει την
ικανότητα ενός δρώντος να επιβάλει μονομερώς το αποτέλεσμα.

Όσο περισσότεροι είναι οι δίαυλοι, οι οικονομικές σχέσεις, οι περιφερειακοί μεσολαβητές
και τα κέντρα πολιτικής επιρροής, τόσο δυσκολότερο γίνεται να μετατραπεί η στρατιωτική
ή οικονομική υπεροχή ενός μόνο δρώντος σε απόλυτο πολιτικό έλεγχο.
Αυτό δεν αποτελεί απόδειξη ότι η Κίνα και το Ιράν συγκροτούν έναν ενιαίο γεωπολιτικό
πόλο. Ούτε αποδεικνύει ότι το Πεκίνο είναι διατεθειμένο να αναλάβει στρατιωτικό κόστος
για λογαριασμό της Τεχεράνης.
Δείχνει όμως κάτι πιο συγκεκριμένο:
Το Ιράν διαθέτει περισσότερους εξωτερικούς διαύλους από όσους θα διέθετε σε ένα
αυστηρά διπολικό σύστημα.
Και όσο διευρύνονται οι διαθέσιμοι δίαυλοι, τόσο αυξάνεται η στρατηγική αυτονομία ενός
δρώντος.
Η Κίνα, επομένως, δεν χρειάζεται να «νικήσει» κανέναν στη Μέση Ανατολή για να
μεταβάλει τη γεωπολιτική εξίσωση. Αρκεί η παρουσία της να δημιουργεί έναν ακόμη χώρο
διαπραγμάτευσης, οικονομικής σύνδεσης και διπλωματικής επικοινωνίας.
Σε αυτό ακριβώς το επίπεδο βρίσκεται η ουσία της νέας ασυμμετρίας.
Η ισχύς δεν αυξάνεται μόνο όταν αποκτάς περισσότερα μέσα. Μπορεί να αυξηθεί και όταν
μειώνεται η εξάρτησή σου από έναν και μοναδικό δρόμο.

Όταν η Διαπραγμάτευση Γίνεται Μορφή Ισχύος
Όταν οι στρατιωτικές επιλογές αυξάνουν το κόστος περισσότερο από όσο αυξάνουν το
πολιτικό αποτέλεσμα, η διαπραγμάτευση παύει να αποτελεί απλώς διπλωματικό
συμπλήρωμα. Μετατρέπεται σε εργαλείο ισχύος.
Αυτό φαίνεται καθαρά στη σημερινή περιφερειακή εξίσωση.
Η Σαουδική Αραβία δεν βρίσκεται αντιμέτωπη μόνο με το ερώτημα αν μπορεί να
απαντήσει στρατιωτικά στην Ανσάρ Αλλάχ. Το κρίσιμο ερώτημα είναι τι θα ακολουθήσει
μετά την απάντηση. Μια στρατιωτική κλιμάκωση μπορεί να επιβαρύνει την ασφάλεια των
σαουδαραβικών υποδομών, να αυξήσει την αβεβαιότητα γύρω από τις ενεργειακές ροές
και να διευρύνει τη σύγκρουση σε μια περιοχή όπου ήδη αλληλεπιδρούν πολλές δυνάμεις.
Γι’ αυτό αποκτούν σημασία οι παράλληλοι δίαυλοι που έχουν ανοίξει μέσω Ομάν,
Πακιστάν και άλλων περιφερειακών κρατών.
Το Πακιστάν αποτελεί ιδιαίτερη περίπτωση. Από τη μία πλευρά διατηρεί στενές σχέσεις
με τη Σαουδική Αραβία. Από την άλλη, έχει άμεσο γεωγραφικό και πολιτικό συμφέρον να
διατηρεί λειτουργικές σχέσεις με το Ιράν. Η θέση αυτή του επιτρέπει να επικοινωνεί με
δύο πλευρές που δεν έχουν τα ίδια συμφέροντα, χωρίς να απαιτείται από το ίδιο να
ενταχθεί πλήρως στη μία ή στην άλλη.
Η επίσκεψη του Μοχσίν Νακβί στην Τεχεράνη στις 21 Σεπτεμβρίου εντάσσεται σε αυτό το
πλαίσιο. Η ιρανική πλευρά παρουσίασε την επίσκεψη ως μέρος της ενίσχυσης των
διμερών σχέσεων και όχι ως μεταφορά μηνυμάτων μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης.
Παράλληλα, όμως, η ίδια η διατήρηση του διαύλου αποκτά σημασία μέσα σε μια περίοδο
αυξημένης περιφερειακής έντασης.

Αυτό είναι το παράδοξο της στρατηγικής αυτονομίας:
Η δυνατότητα να συνομιλείς με διαφορετικές πλευρές δεν σημαίνει ότι συμφωνείς μαζί
τους. Σημαίνει ότι δεν χρειάζεται να κλείσεις όλες τις πόρτες ταυτόχρονα.
Το ίδιο ισχύει και για το Ομάν. Η γεωγραφική του θέση, οι σχέσεις του με το Ιράν και η
προηγούμενη εμπλοκή του σε περιφερειακές διαπραγματεύσεις του προσδίδουν έναν ρόλο
που δεν εξαρτάται από στρατιωτική υπεροχή. Η αξία του βρίσκεται στην ικανότητά του να
λειτουργεί ως χώρος επικοινωνίας.
Έτσι δημιουργείται μια διαφορετική γεωπολιτική εικόνα.
Δεν έχουμε δύο πλευρές που απλώς συγκρίνουν στρατούς.
Έχουμε ένα δίκτυο επιλογών:
Ιράν → Ορμούζ → Ομάν → Πακιστάν → Σαουδική Αραβία → Υεμένη → Κίνα.
Οι σχέσεις μεταξύ αυτών των κόμβων δεν είναι όλες ίδιες και δεν αποτελούν ενιαία
συμμαχία. Ακριβώς γι’ αυτό όμως είναι ενδιαφέρουσες. Κάθε δίαυλος μπορεί να
χρησιμοποιείται για διαφορετικό σκοπό: ασφάλεια, επικοινωνία, οικονομία,
διαμεσολάβηση ή περιορισμό της κλιμάκωσης.
Η ισχύς επομένως δεν συγκεντρώνεται αποκλειστικά σε έναν στρατιωτικό σχηματισμό.
Διαχέεται μέσα από τις σχέσεις.
Αυτό μεταβάλλει και τη σημασία της διαπραγμάτευσης. Όταν υπάρχουν περισσότεροι
διαθέσιμοι δίαυλοι, η διαπραγμάτευση δεν είναι απλώς μια προσπάθεια επίτευξης
συμφωνίας. Είναι ένας τρόπος να διατηρηθούν ανοιχτές οι επιλογές.
Και αυτό είναι κρίσιμο σε μια κρίση όπου κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει με βεβαιότητα
ποια θα είναι η επόμενη κίνηση του άλλου.
Η πραγματική στρατηγική αυτονομία, επομένως, δεν μετριέται μόνο από την ικανότητα
ενός κράτους να δράσει μόνο του.
Μετριέται και από την ικανότητά του να μην υποχρεωθεί να δράσει μόνο του.
Αυτό εξηγεί γιατί η περιφερειακή διαμεσολάβηση αποκτά τόσο μεγάλη σημασία. Σε ένα
σύνθετο γεωπολιτικό σύστημα, ο ενδιάμεσος δεν είναι απαραίτητα ο αδύναμος κρίκος.
Μπορεί να είναι ο κόμβος που επιτρέπει στις πλευρές να αποφύγουν μια επιλογή από την
οποία κανείς δεν μπορεί εύκολα να επιστρέψει.
Η διαπραγμάτευση, επομένως, δεν αποτελεί απουσία ισχύος.
Μπορεί να αποτελεί ένδειξη ότι η ισχύς έχει φτάσει στο σημείο όπου η επιβολή δεν είναι
πλέον η μοναδική διαθέσιμη στρατηγική.

Όταν η Στρατηγική Αυτονομία Υπερβαίνει τη
Σχετική Ισχύ
Η εικόνα που προκύπτει από τη Μέση Ανατολή δεν είναι μια απλή αντιπαράθεση ισχυρών
και αδύναμων. Είναι ένα σύστημα στο οποίο διαφορετικές μορφές ισχύος αλληλεπιδρούν

και μεταβάλλουν συνεχώς το κόστος των επιλογών.
Η Σαουδική Αραβία διαθέτει σημαντικούς οικονομικούς και στρατιωτικούς πόρους. Το
Ιράν διαθέτει διαφορετικά πλεονεκτήματα, συνδεδεμένα με τη γεωγραφία, την
περιφερειακή του θέση και τους πολλαπλούς διαύλους που έχει στη διάθεσή του. Η Ανσάρ
Αλλάχ διαθέτει σαφώς μικρότερη συνολική ισχύ, αλλά δρα σε έναν χώρο όπου η
γεωγραφία της Υεμένης προσδίδει στις ενέργειές της συνέπειες πολύ μεγαλύτερες από το
μέγεθός της. Το Πακιστάν και το Ομάν δεν διαθέτουν αντίστοιχη στρατιωτική ισχύ, αλλά
μπορούν να προσφέρουν κάτι διαφορετικό: διαύλους.
Η Κίνα προσθέτει ακόμη μία διαφορετική μορφή ισχύος: οικονομικό βάρος, διπλωματική
παρουσία και τη δυνατότητα να λειτουργεί ως εναλλακτικό κέντρο σχέσεων χωρίς να
μετατρέπεται αυτόματα σε στρατιωτικό προστάτη του Ιράν.
Αυτές οι διαφορετικές μορφές ισχύος δεν αθροίζονται σε ένα ενιαίο μπλοκ.
Αλληλεπιδρούν.
Και αυτή ακριβώς η αλληλεπίδραση είναι που δημιουργεί την ασυμμετρία.
Ένας δρώντας μπορεί να διαθέτει περισσότερα όπλα, αλλά λιγότερες επιλογές. Ένας άλλος
μπορεί να διαθέτει λιγότερα μέσα, αλλά μεγαλύτερη δυνατότητα να αυξήσει το κόστος
μιας συγκεκριμένης επιλογής του αντιπάλου. Ένας τρίτος μπορεί να μην μπορεί να
επιβάλει τίποτα στρατιωτικά, αλλά να μπορεί να ανοίξει έναν δίαυλο που αποτρέπει μια
σύγκρουση.
Επομένως, η γεωπολιτική ισχύς δεν είναι γραμμική.
Δεν αυξάνεται πάντοτε ανάλογα με το μέγεθος των διαθέσιμων πόρων.
Υπό συγκεκριμένες συνθήκες, η στρατηγική αυτονομία μπορεί να λειτουργήσει ως
πολλαπλασιαστής ισχύος.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η αυτονομία αντικαθιστά τη στρατιωτική ή οικονομική ισχύ. Χωρίς
υλική βάση, η αυτονομία έχει όρια. Σημαίνει όμως ότι η πραγματική αξία των πόρων
εξαρτάται από το αν ο δρώντας μπορεί να τους χρησιμοποιήσει χωρίς να παγιδευτεί σε μία
και μοναδική στρατηγική.
Εδώ βρίσκεται η διαφορά ανάμεσα στην ισχύ και στην ελευθερία κινήσεων.
Η ισχύς απαντά στο ερώτημα:
Τι μπορείς να κάνεις;
Η στρατηγική αυτονομία προσθέτει ένα δεύτερο:
Πόσους διαφορετικούς τρόπους έχεις για να το κάνεις;
Και υπάρχει ακόμη ένα τρίτο:
Πόσο μπορείς να αντέξεις αν η πρώτη επιλογή δεν λειτουργήσει;
Αυτή η τρίτη διάσταση είναι ιδιαίτερα σημαντική σε μια παρατεταμένη κρίση. Ο χρόνος
γίνεται και αυτός μορφή ισχύος. Όποιος μπορεί να διατηρεί επιλογές για μεγαλύτερο
χρονικό διάστημα χωρίς να εξαντλεί τους πόρους ή τους διαύλους του, αποκτά μεγαλύτερο
περιθώριο διαπραγμάτευσης.
Γι’ αυτό η σημερινή γεωπολιτική πραγματικότητα δεν μπορεί να περιγραφεί μόνο με
όρους στρατιωτικής υπεροχής.

Το κρίσιμο ζήτημα είναι η αντοχή της στρατηγικής αυτονομίας.
Η πλευρά που έχει περισσότερες εναλλακτικές δεν είναι απαραίτητα ισχυρότερη σε
απόλυτους όρους. Μπορεί όμως να είναι δυσκολότερο να εξαναγκαστεί.
Και αυτό είναι ίσως το πιο ουσιαστικό συμπέρασμα της περίπτωσης που εξετάζουμε.
Ο εξαναγκασμός λειτουργεί όταν ο αντίπαλος έχει λίγες επιλογές. Η στρατηγική
αυτονομία αυξάνει το κόστος του εξαναγκασμού επειδή αυξάνει τον αριθμό των
εναλλακτικών.
Από αυτή την άποψη, η Μέση Ανατολή προσφέρει μια εικόνα ενός συστήματος στο οποίο
η ισχύς διαχέεται σε διαφορετικά επίπεδα: κράτη, περιφερειακούς δρώντες, γεωγραφικούς
κόμβους, οικονομικές σχέσεις και διπλωματικά δίκτυα.
Δεν σημαίνει ότι όλοι αυτοί οι παράγοντες έχουν την ίδια ισχύ.
Σημαίνει ότι κανένας από αυτούς δεν μπορεί να αγνοηθεί χωρίς να παραμορφωθεί η
συνολική εικόνα.
Η ασύμμετρη ισχύς, επομένως, δεν είναι η ανατροπή της έννοιας της ισχύος.
Είναι η αποκάλυψη μιας πλευράς της που συχνά παραβλέπεται:
η ισχύς δεν είναι μόνο η δυνατότητα να επιβάλλεις μια επιλογή. Είναι και η δυνατότητα να
διατηρείς επιλογές όταν ο αντίπαλος προσπαθεί να τις περιορίσει.

Όταν η Στρατηγική Αυτονομία Υπερβαίνει τη
Σχετική Ισχύ
Οι εξελίξεις που εξετάσαμε δεν συνθέτουν απλώς μια ακόμη κρίση στη Μέση Ανατολή.
Αποκαλύπτουν τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η ισχύς όταν κανένας δρώντας δεν
μπορεί να ελέγξει μόνος του όλες τις μεταβλητές ενός γεωπολιτικού χώρου.
Η Σαουδική Αραβία διαθέτει σημαντικούς πόρους, αλλά η γεωγραφία της Υεμένης και η
δυνατότητα της Ανσάρ Αλλάχ να δημιουργεί κόστος περιορίζουν τις διαθέσιμες επιλογές
της. Το Ιράν, παρά την εξωτερική πίεση, διατηρεί γεωγραφικά, περιφερειακά και
διπλωματικά εργαλεία που του επιτρέπουν να διατηρεί εναλλακτικές. Το Πακιστάν και το
Ομάν αποκτούν αξία όχι επειδή διαθέτουν τη μεγαλύτερη στρατιωτική ισχύ, αλλά επειδή
μπορούν να λειτουργήσουν ως δίαυλοι. Η Κίνα, τέλος, διευρύνει το διπλωματικό και
οικονομικό περιβάλλον της κρίσης χωρίς να χρειάζεται να μετατραπεί σε στρατιωτικό
προστάτη οποιασδήποτε πλευράς.
Κανένας από αυτούς τους δρώντες δεν ελέγχει μόνος του την κατάσταση.
Ακριβώς εκεί βρίσκεται όμως η ουσία.
Ο Ορμούζ δεν είναι απλώς ένα στενό. Η Υεμένη δεν είναι απλώς ένα περιφερειακό
μέτωπο. Οι διπλωματικοί δίαυλοι δεν είναι απλώς συναντήσεις. Και η στρατιωτική ισχύς
δεν είναι αυτομάτως πολιτικός έλεγχος.
Όλα αυτά αποτελούν μηχανισμούς που καθορίζουν πόσες επιλογές παραμένουν διαθέσιμες
σε κάθε πλευρά.

Αυτό είναι το πραγματικό περιεχόμενο της ασύμμετρης ισχύος.
Η Σαουδική Αραβία μπορεί να διαθέτει περισσότερους πόρους από την Ανσάρ Αλλάχ. Το
Ιράν μπορεί να διαθέτει λιγότερη οικονομική ισχύ από ορισμένους αντιπάλους του. Το
Πακιστάν και το Ομάν μπορεί να μην έχουν τη δυνατότητα στρατιωτικής επιβολής. Η
Κίνα μπορεί να μην επιδιώκει άμεση στρατιωτική εμπλοκή.
Κι όμως, μέσα στην ίδια κρίση, κάθε ένας από αυτούς μπορεί να επηρεάζει διαφορετική
μεταβλητή.
Έτσι η γεωπολιτική εξίσωση παύει να είναι γραμμική.
Δεν κερδίζει πάντοτε εκείνος που διαθέτει περισσότερη ισχύ. Πλεονέκτημα μπορεί να
αποκτήσει εκείνος που διαθέτει περισσότερη ελευθερία κινήσεων.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η στρατηγική αυτονομία καταργεί τη σχετική ισχύ. Σημαίνει ότι
μπορεί, υπό συγκεκριμένες συνθήκες, να την υπερβαίνει ως προς την ικανότητα ενός
δρώντος να διαχειριστεί μια κρίση.
Γιατί τελικά η πιο σημαντική μορφή ισχύος μπορεί να μην είναι η δυνατότητα να
επιβάλεις στον αντίπαλο τη δική σου επιλογή.
Μπορεί να είναι η δυνατότητα να μην εξαναγκαστείς να αποδεχθείς τη δική του.
Και όταν η γεωγραφία, οι περιφερειακές σχέσεις, οι εναλλακτικοί δίαυλοι και η αντοχή
συνδυάζονται, ένας δρώντας μπορεί να διαθέτει κάτι που δεν αποτυπώνεται εύκολα σε
στρατιωτικούς ή οικονομικούς δείκτες:
την ελευθερία να συνεχίσει να επιλέγει.
Ίσως, τελικά, αυτή να είναι η βαθύτερη εικόνα που προσφέρει η σημερινή Μέση Ανατολή.
Όχι ένας κόσμος όπου η ισχύς εξαφανίζεται, αλλά ένας κόσμος όπου η ισχύς γίνεται πιο
σύνθετη, πιο γεωγραφική και περισσότερο εξαρτημένη από την ικανότητα κάθε δρώντος
να διατηρεί ανοιχτές τις επιλογές του.
Γιατί όταν η στρατηγική αυτονομία μπορεί να μετατρέψει περιορισμένους πόρους σε
πραγματικές επιλογές, τότε η σχετική ισχύς παύει να είναι ο μοναδικός τρόπος μέτρησης
της γεωπολιτικής επιρροής.
Και εκεί ακριβώς αρχίζει η ασύμμετρη ισχύς.

Φίλιππος Μπουράτογλου – Ιστορικός ερευνητής – Εκπαιδευτής πολεμικών τεχνών

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ προσθέστε το σχόλιό σας
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας