Η Ελλάδα μετρά κάθε χρόνο τα τουριστικά της ρεκόρ. Περισσότερες αφίξεις, περισσότερα έσοδα, περισσότερα δισεκατομμύρια. Το 2025 οι ταξιδιωτικές εισπράξεις έφτασαν τα 23,6 δισ. ευρώ. Μόνο που ίσως μετράμε το λάθος πράγμα.
Γιατί υπάρχει και ένας άλλος απολογισμός. Στη Σαντορίνη, το καλοκαίρι του 2024, όταν αναμένονταν περίπου 17.000 επισκέπτες κρουαζιέρας μέσα σε μία ημέρα, ο πρόεδρος της Δημοτικής Κοινότητας Θήρας κάλεσε τους κατοίκους μέσω ανάρτησής του στο Facebook να περιορίσουν τις μετακινήσεις τους για να διευκολύνουν τους τουρίστες.
Φέτος στην Πάρο ένας εργαζόμενος beach bar μπήκε με τα ρούχα εργασίας του μέχρι τους μηρούς στη θάλασσα προκειμένου να σερβίρει κρασί σε πελάτες που κολυμπούσαν. Στη Ρόδο, το 2023, ένας σερβιτόρος καταγράφηκε να μπαίνει με τον δίσκο στη θάλασσα, με το νερό σχεδόν μέχρι το στήθος, για να εξυπηρετήσει πελάτες σε πλατφόρμα μέσα στο νερό.
Στη Μύκονο, πριν περίπου δέκα χρόνια, είδαμε ακόμα και καμήλες στην παραλία ως μέρος του σκηνικού μιας πολυτελούς εκδήλωσης.
Και πριν από λίγες μέρες στην Κέρκυρα, κατά την επίσκεψη της Madonna, δημοσιεύθηκε μαρτυρία κατοίκου, σύμφωνα με την οποία, έκλεισαν δρόμοι και ζητήθηκε από κατοίκους να κλείσουν τα παράθυρά τους για να διασφαλιστεί η ιδιωτικότητα της σταρ.
Πέντε ιστορίες που μοιάζουν γραφικές. Δεν είναι. Στη μία προσαρμόζεται ο κάτοικος. Στις άλλες δύο ο εργαζόμενος. Στην τέταρτη η φυσιογνωμία του τόπου. Και στην πέμπτη ο δημόσιος χώρος. Και στις πέντε, όμως, υπάρχει κάτι κοινό: η αντιστροφή της σχέσης ανάμεσα στον τουρισμό και στον άνθρωπο.
Ο τουρισμός υπάρχει για να υπηρετεί μια κοινωνία μέσω της ενίσχυσης της οικονομίας. Όχι για να υπηρετεί η κοινωνία τον τουρισμό. Κι όμως, έχουμε αρχίσει να θεωρούμε φυσιολογικό ο κάτοικος να περιορίζει την ελευθερία του, ο εργαζόμενος να δοκιμάζει τα όρια της αξιοπρέπειάς του και ο δημόσιος χώρος να παραχωρείται ανάλογα με την οικονομική επιφάνεια του επισκέπτη.
Η φιλοξενία δεν μπορεί να σημαίνει αυτοκατάργηση. Δεν μπορεί ο επισκέπτης να αποκτά περισσότερα δικαιώματα πάνω στον τόπο από εκείνον που ζει εκεί όλον τον χρόνο. Δεν μπορεί η ποιότητα των διακοπών του ενός να προϋποθέτει την υποβάθμιση της καθημερινότητας του άλλου.
Το ερώτημα λοιπόν δεν είναι αν θέλουμε τουρισμό. Προφανώς και θέλουμε. Το ερώτημα είναι τι τουρισμό θέλουμε και μέχρι πού είμαστε διατεθειμένοι να φτάσουμε για ένα ακόμη ρεκόρ αφίξεων.
Μπορεί, καθώς φαίνεται, στη χώρα αυτή ο τουρισμός να μην έχει όρια, τα νησιά μας όμως έχουν. Έχουν συγκεκριμένα δίκτυα ύδρευσης και αποχέτευσης, συγκεκριμένη δυνατότητα διαχείρισης απορριμμάτων, συγκεκριμένους δρόμους, παραλίες, ενεργειακές ανάγκες και, κυρίως, συγκεκριμένη έκταση. Κι όμως, κάθε καλοκαίρι ο πληθυσμός ορισμένων νησιών πολλαπλασιάζεται, ενώ οι υποδομές καλούνται να ακολουθήσουν μια ανάπτυξη για την οποία δεν ανασχεδιάστηκαν ποτέ.
Ταυτόχρονα χτίζουμε. Χτίζουμε ξενοδοχεία, βίλες, πισίνες, συγκροτήματα. Για να φιλοξενήσουμε περισσότερους ανθρώπους σε μέρη που έγιναν παγκοσμίως επιθυμητά ακριβώς επειδή κάποτε δεν έμοιαζαν με τουριστικές πόλεις.
Και κάπου εδώ εμφανίζεται το παράδοξο του ελληνικού τουρισμού. Μια φωτογραφία της ασφυκτικά γεμάτης Ιταλίδας στο αγαπημένο μου Κουφονήσι δεν αποτελεί σίγουρα διαφήμιση της επιτυχίας του νησιού. Αντίθετα, μπορεί να είναι ο καλύτερος λόγος για να αναζητήσει ο ταξιδιώτης κάποιο άλλο, λιγότερο κορεσμένο νησί.
Ο υπερτουρισμός μπορεί τελικά να καταναλώσει το ίδιο το προϊόν που πουλάει. Γι’ αυτό και όταν το υπουργείο Τουρισμού ανακοινώνει ακόμη ένα «ιστορικό ρεκόρ», δίπλα στο συνολικό ποσό των εισπράξεων θα άξιζε να υπάρχουν μερικοί ακόμη αριθμοί. Πόσα από αυτά τα χρήματα έμειναν πραγματικά στις τοπικές κοινωνίες; Πόσο αυξήθηκε το εισόδημα των εργαζομένων; Πόσο αυξήθηκε το κόστος κατοικίας για τους μόνιμους κατοίκους; Πόσο νερό καταναλώθηκε; Πόση γη οικοδομήθηκε; Πόσα χρήματα επενδύθηκαν σε αποχέτευση, απορρίμματα, υγεία και μεταφορές;
Γιατί μια οικονομική δραστηριότητα δεν μπορεί να χαρακτηρίζεται επιτυχημένη μόνο επειδή παράγει περισσότερα χρήματα. Πρέπει να κρίνεται και από το αν παράγει καλύτερη ζωή. Από το αν ο εργαζόμενος αμείβεται και εργάζεται αξιοπρεπώς. Από το αν ο κάτοικος μπορεί ακόμη να κατοικεί στον τόπο του. Από το αν μπορεί να χρησιμοποιεί την παραλία του, τον δρόμο του, το νερό του. Από το αν το νησί στο τέλος της σεζόν εξακολουθεί να είναι τόπος και όχι απλώς προϊόν.
Το ΑΕΠ καταγράφει την οικονομική δραστηριότητα. Δεν καταγράφει αν ένας τόπος έγινε καλύτερος για τους ανθρώπους που ζουν σε αυτόν. Ούτε χρειάζεται να διαλέξουμε ανάμεσα στον τουρισμό και στην προστασία των νησιών. Το πραγματικό δίλημμα είναι διαφορετικό: αν θα προστατεύσουμε εγκαίρως τα νησιά ώστε να εξακολουθήσουμε να έχουμε τουρισμό.
Το επόμενο μεγάλο τουριστικό ρεκόρ της Ελλάδας, λοιπόν, δεν θα έπρεπε να είναι πόσους ακόμη ανθρώπους καταφέραμε να χωρέσουμε τον Αύγουστο. Θα έπρεπε να είναι πόσο περισσότερα κερδίσαμε, με πόσο λιγότερους επισκέπτες, με πόσο μικρότερο κόστος για τον τόπο.
Γιατί όταν για να εξυπηρετηθεί ο τουρίστας πρέπει ο κάτοικος να μείνει σπίτι, ο εργαζόμενος να μπει στη θάλασσα και το νησί να χτιστεί μέχρι να καταστραφεί, τότε δεν έχουμε πια τουριστική ανάπτυξη. Έχουμε έναν τόπο που δουλεύει για τον τουρισμό, αντί για έναν τουρισμό που δουλεύει για τον τόπο.
Πηγή: Popaganda.gr-DOCUMENTO













































