13 Αυγούστου 2026.
Συμπληρώνεται ένας αιώνας από τη γέννηση του Φιντέλ Κάστρο Ρους.
Για τους ισχυρούς του κόσμου είναι μια δύσκολη επέτειος.
Για τους λαούς που έζησαν την αποικιοκρατία, τα πραξικοπήματα, τις οικονομικές πολιορκίες και τη λεηλασία των πολυεθνικών, είναι μια υπενθύμιση ότι η ιστορία δεν γράφεται μόνο από αυτοκρατορίες.
Γράφεται και από εκείνους που αρνήθηκαν να γονατίσουν.
Υπάρχουν πρόσωπα που ανήκουν στην εποχή τους.
Υπάρχουν όμως και πρόσωπα που γίνονται εποχή.
Ο Φιντέλ ανήκει στη δεύτερη κατηγορία.
Εκατό χρόνια μετά τη γέννησή του εξακολουθεί να προκαλεί το ίδιο ερώτημα που τρόμαζε την Ουάσιγκτον επί δεκαετίες, τι συμβαίνει όταν ένας μικρός λαός αποφασίζει ότι η αξιοπρέπεια αξίζει περισσότερο από την υποταγή;
Η Κουβανική Επανάσταση δεν γεννήθηκε μέσα σε αίθουσες συνεδρίων ούτε σε τηλεοπτικά πάνελ.
Γεννήθηκε στη Σιέρα Μαέστρα, μέσα στη φτώχεια, στην καταστολή και στην εξάρτηση από μια αυτοκρατορία που θεωρούσε την Κούβα ιδιωτικό της κτήμα.
Ο Φιντέλ και οι σύντροφοί του δεν περίμεναν την άδεια των ισχυρών για να αλλάξουν την ιστορία. Την άλλαξαν.
Από το 1959 μέχρι τον θάνατό του το 2016, ο Φιντέλ έγινε ίσως ο πιο πολιορκημένος ηγέτης του 20ού αιώνα.
Εκατοντάδες σχέδια δολοφονίας αποδόθηκαν στις αμερικανικές υπηρεσίες.
Η εισβολή στον Κόλπο των Χοίρων απέτυχε.
Το οικονομικό εμπάργκο μετατράπηκε σε έναν από τους μακροβιότερους μηχανισμούς οικονομικής ασφυξίας που γνώρισε ποτέ ένα κράτος στη σύγχρονη ιστορία.
Κι όμως, η Κούβα δεν εξαφανίστηκε. Δεν διαλύθηκε. Δεν παραδόθηκε.
Αυτό ακριβώς είναι που εξακολουθεί να ενοχλεί.
Γιατί η ύπαρξη της Κούβας υπενθυμίζει ότι η απόλυτη κυριαρχία των αγορών δεν είναι φυσικός νόμος.
Υπενθυμίζει ότι η υγεία μπορεί να αντιμετωπίζεται ως κοινωνικό δικαίωμα και όχι ως εμπόρευμα.
Ότι η εκπαίδευση μπορεί να θεωρείται δημόσιο αγαθό.
Ότι ένας λαός μπορεί να οργανώσει την κοινωνία του με διαφορετικές προτεραιότητες από εκείνες που επιβάλλουν οι χρηματιστηριακοί δείκτες.
Ασφαλώς, η ιστορία της Κούβας δεν είναι απαλλαγμένη από αντιφάσεις.
Η οικονομική στενότητα, οι περιορισμοί στις πολιτικές ελευθερίες και οι δυσκολίες της καθημερινής ζωής αποτελούν αντικείμενο πραγματικής και διαρκούς συζήτησης. Όμως άλλο πράγμα είναι η κριτική και άλλο η προπαγάνδα που επιχειρεί να διαγράψει ολόκληρη την ιστορική εμπειρία ενός λαού επειδή τόλμησε να συγκρουστεί με την υπερδύναμη της εποχής του.
Η μεγαλύτερη ίσως παρακαταθήκη του Φιντέλ δεν βρίσκεται μόνο στην Αβάνα. Βρίσκεται στην Αφρική.
Εκεί όπου χιλιάδες Κουβανοί στρατιώτες πολέμησαν στο πλευρό κινημάτων απελευθέρωσης. Εκεί όπου γιατροί από ένα μικρό νησί στάθηκαν δίπλα σε ανθρώπους που οι μεγάλες δυνάμεις θυμούνταν μόνο όταν υπήρχαν ορυχεία να εκμεταλλευτούν ή κυβερνήσεις να ανατρέψουν.
Η μάχη του Κουίτο Κουαναβάλε στην Αγκόλα δεν ήταν μια υποσημείωση της ιστορίας.
Υπήρξε καθοριστική καμπή στην αποδυνάμωση του καθεστώτος του απαρτχάιντ.
Δεν είναι τυχαίο ότι ο Νέλσον Μαντέλα αναγνώρισε δημόσια τη συμβολή της Κούβας στην απελευθέρωση της νότιας Αφρικής.
Αυτός ήταν ο διεθνισμός του Φιντέλ: όχι φιλανθρωπία, αλλά αλληλεγγύη.
Σήμερα, έναν αιώνα μετά τη γέννησή του, ο κόσμος έχει αλλάξει.
Οι αυτοκρατορίες άλλαξαν πρόσωπο, αλλά όχι μέθοδο.
Οι στρατιωτικές επεμβάσεις συνυπάρχουν με οικονομικές κυρώσεις.
Τα πραξικοπήματα συνοδεύονται από χρηματοπιστωτικούς εκβιασμούς.
Η «εξαγωγή δημοκρατίας» εξακολουθεί συχνά να μεταφράζεται σε βάσεις, χρέος και γεωπολιτική υποταγή.
Γι’ αυτό ο Φιντέλ εξακολουθεί να προκαλεί τόσο έντονα συναισθήματα.
Δεν είναι επειδή αποτελεί μια νοσταλγική φιγούρα του Ψυχρού Πολέμου.
Είναι επειδή συμβολίζει μια ιδέα που παραμένει επικίνδυνη για κάθε αυτοκρατορική εξουσία: ότι οι λαοί μπορούν να διεκδικήσουν κυριαρχία χωρίς να ζητούν την έγκριση των ισχυρών.
Στην Ευρώπη της λιτότητας, της ιδιωτικοποίησης και της διάλυσης του κοινωνικού κράτους, η κουβανική εμπειρία συνεχίζει να λειτουργεί ως σημείο αναφοράς, είτε κανείς συμφωνεί είτε διαφωνεί με το σύνολό της.
Υπενθυμίζει ότι οι πολιτικές επιλογές δεν είναι τεχνικά μονόδρομα.
Είναι ταξικές αποφάσεις.
Κι αυτό ακριβώς επιχειρεί να σβήσει ο κυρίαρχος λόγος: τη δυνατότητα των ανθρώπων να φανταστούν μια διαφορετική κοινωνία.
Ο Φιντέλ δεν χρειάζεται αγιογραφίες.
Οι πραγματικές επαναστάσεις δεν χωρούν σε αγάλματα.
Χρειάζονται ιστορική μνήμη, κριτική σκέψη και πολιτική συνέπεια.
Η μεγαλύτερη τιμή στη μνήμη του δεν είναι η επανάληψη συνθημάτων, αλλά η υπεράσπιση της λαϊκής κυριαρχίας, της δημόσιας υγείας, της δημόσιας παιδείας και του δικαιώματος κάθε λαού να αποφασίζει για το μέλλον του χωρίς εξωτερικούς επιτηρητές.
Εκατό χρόνια μετά τη γέννησή του, το πρόσωπο του Κομαντάντε παραμένει πάνω από τις σημαίες, γιατί συμβολίζει κάτι βαθύτερο από έναν άνθρωπο.
Συμβολίζει την άρνηση της υποταγής.
Και όσο υπάρχουν άνθρωποι που πιστεύουν ότι η αξιοπρέπεια δεν πωλείται, ότι η ελευθερία δεν χαρίζεται και ότι η κοινωνική δικαιοσύνη δεν είναι διαφημιστικό σύνθημα αλλά πεδίο σύγκρουσης, η φλόγα εκείνης της επανάστασης δεν θα σβήσει.
Γιατί οι αυτοκρατορίες φοβούνται έναν νεκρό επαναστάτη μόνο όταν οι ιδέες του εξακολουθούν να περπατούν ανάμεσα στους ζωντανούς.

Official Representative
European Committee on Crime Prevention and Violent Crime – PRECRIME
Journalist correspondent to the World
Independent Journalist | Print and Broadcast| Editor-News
European Organization of Communication
Member of International Association of Cretan Journalists














































