Σύμφωνα με δημοσίευμα της Handelsblatt, στους κόλπους της γερμανικής κυβέρνησης εντείνονται οι ανησυχίες – οι οποίες γίνονται ενδείξεις – ότι οι οίκοι αξιολόγησης ενδέχεται να υποβαθμίσουν την πιστοληπτική ικανότητα της χώρας.
Οικονομολόγοι προειδοποιούν, μιλώντας στη Berliner Zeitung, ότι οι επιπτώσεις θα μπορούσαν να φτάσουν και στους πολίτες υποβαθμίζοντας σημαντικά το επίπεδο ζωής τους.
Τα νέα στεγαστικά και κατασκευαστικά δάνεια ενδέχεται να γίνουν ακριβότερα, ενώ σε βάθος χρόνου δεν αποκλείονται υψηλότεροι φόροι και περικοπές στις δημόσιες δαπάνες.
Ο οικονομολόγος του ινστιτούτου ZEW, Friedrich Heinemann, εκτιμά ότι μια υποβάθμιση της πιστοληπτικής αξιολόγησης θα μπορούσε να επιβαρύνει τη Γερμανία με περίπου 10 δισ. ευρώ επιπλέον κόστος τόκων. Ωστόσο, οι συνέπειες μπορεί να γίνουν αισθητές ακόμη και πριν οι οίκοι αξιολόγησης προχωρήσουν σε οποιαδήποτε επίσημη κίνηση.
Γιατί πιέζεται η κορυφαία πιστοληπτική αξιολόγηση της Γερμανίας
Μέχρι σήμερα, η Γερμανία ανήκει στον περιορισμένο κύκλο των χωρών με την υψηλότερη πιστοληπτική αξιολόγηση.
Οι κορυφαίοι οίκοι αξιολόγησης Fitch και S&P διατηρούν τη χώρα στη βαθμίδα AAA, ενώ η Moody’s την αξιολογεί με Aaa — σε όλες τις περιπτώσεις, την υψηλότερη δυνατή βαθμίδα.
Οι προοπτικές παραμένουν επίσης σταθερές.
Αυτό επιτρέπει στη γερμανική κυβέρνηση να δανείζεται με σχετικά χαμηλό κόστος.
Όμως, όσο αυξάνεται το χρέος, αυξάνονται και οι κίνδυνοι — ιδιαίτερα εάν η πολυαναμενόμενη ανάκαμψη της οικονομίας δεν υλοποιηθεί.
Ανώτατο κυβερνητικό στέλεχος δήλωσε στη Handelsblatt: «Εάν το χρέος παραμείνει υψηλό, αλλά η ανάπτυξη δεν επιταχυνθεί, οι οίκοι αξιολόγησης θα μπορούσαν να αρχίσουν να αμφισβητούν την αξιολόγηση AAA της Γερμανίας».
Παρόμοια θέση εξέφρασε και άλλο μέλος της κυβέρνησης: «Όχι άμεσα, αλλά τα επόμενα χρόνια θα μπορούσαμε να βρεθούμε υπό πίεση, εάν τα πράγματα συνεχίσουν όπως μέχρι σήμερα».
Προειδοποιήσεις για πιθανή απώλεια της κορυφαίας αξιολόγησης έχουν διατυπώσει επίσης οικονομολόγοι, μεταξύ των οποίων ο επικεφαλής οικονομολόγος της LBBW, Moritz Krämer, και ο πρόεδρος του ifo, Clemens Fuest.

«Ισχυρό σενάριο η υποβάθμιση»
«Θεωρώ πιθανή μια υποβάθμιση», δήλωσε στη Berliner Zeitung ο Gunther Schnabl, διευθυντής του Flossbach von Storch Research Institute.
Όπως εξηγεί, η Γερμανία έχει επιλέξει συνειδητά μια πορεία σημαντικά υψηλότερου δημόσιου δανεισμού, χωρίς όμως να έχει προχωρήσει στον ίδιο βαθμό στις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις.
Αυτό καθιστά δυσκολότερη την επίτευξη ανάπτυξης που θα επέτρεπε στη χώρα να «ξεφύγει» από το βάρος του χρέους.
Σύμφωνα με τον οικονομολόγο, ο λόγος χρέους της Γερμανίας — δηλαδή το δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ετήσιου ΑΕΠ — θα μπορούσε να αυξηθεί από λίγο κάτω του 65% σήμερα στο 90%-100% έως το 2035.
Παράλληλα, το υψηλό χρέος άλλων μεγάλων οικονομιών της Ευρωζώνης αυξάνει την πίεση στη Γερμανία, η οποία θεωρείται ο βασικός πυλώνας σταθερότητας της νομισματικής ένωσης.

Δεν αναμένεται απότομο «σοκ» στις αγορές – προς το παρόν
Μια πιθανή υποβάθμιση, πάντως, δεν αναμένεται να προκαλέσει ξαφνικό σοκ στα επιτόκια των χρηματοπιστωτικών αγορών.
«Ο οίκος αξιολόγησης απλώς επιβεβαιώνει αυτό που η αγορά γνωρίζει εδώ και πολύ καιρό», εξηγεί ο Schnabl.
Οι επενδυτές αξιολογούν διαρκώς την οικονομική κατάσταση και, όταν αυξάνονται οι κίνδυνοι, απαιτούν υψηλότερες αποδόσεις στα ομόλογα ακόμη και πριν από μια επίσημη υποβάθμιση.
«Το ίδιο το γεγονός της υποβάθμισης δύσκολα θα προκαλέσει σοκ στις αγορές, καθώς αυτές συνήθως προεξοφλούν τα θεμελιώδη οικονομικά δεδομένα σε βάθος χρόνου», σημειώνει.

Ο οίκος Fitch αξιολογεί την κατάσταση λιγότερο απαισιόδοξα.
«Η Γερμανία διαθέτει σημαντικό δημοσιονομικό περιθώριο ελιγμών», δήλωσε εκπρόσωπος της Fitch Ratings.
Η χώρα επωφελείται, μεταξύ άλλων, από μια μεγάλη και διαφοροποιημένη οικονομία, ισχυρούς θεσμούς και τη σημαντική θέση της στις κεφαλαιαγορές.
Τα πλεονεκτήματα αυτά εξακολουθούν να στηρίζουν την αξιολόγηση της Γερμανίας, «ακόμη και αν οι κίνδυνοι έχουν γίνει πλέον πιο εμφανείς».
Σύμφωνα με τη Fitch, καθοριστικό δεν είναι μόνο το ύψος του νέου χρέους που αναλαμβάνει η Γερμανία.
Μεγάλη σημασία έχει το κατά πόσο τα πρόσθετα δάνεια θα ενισχύσουν την ανάπτυξη και, κατά συνέπεια, θα διατηρήσουν το χρέος σε βιώσιμη τροχιά.
Χωρίς μια διατηρήσιμη βελτίωση των αναπτυξιακών δυνατοτήτων της οικονομίας, περαιτέρω αύξηση του χρέους θα ασκούσε «πίεση στην πιστοληπτική αξιολόγηση».
Η Fitch εκτιμά ήδη ότι ο λόγος χρέους θα ξεπεράσει το 70% του ΑΕΠ έως το 2029.
«Δεν απειλείται άμεσα η επενδυτική βαθμίδα»
Ο Clemens Fuest θεωρεί επίσης περιορισμένη την άμεση σημασία μιας πιθανής αλλαγής στην αξιολόγηση.
Καθώς η πιστοληπτική εικόνα άλλων μεγάλων οικονομιών, όπως η Γαλλία, οι ΗΠΑ και η Βρετανία, επιδεινώνεται επίσης, η σχετική θέση της Γερμανίας παραμένει ισχυρή.
«Θα γινόταν πραγματικά κρίσιμο μόνο εάν απειλούνταν η αξιολόγηση της Γερμανίας ως χώρας επενδυτικής βαθμίδας», σημειώνει ο πρόεδρος του ifo.
Μεταξύ της σημερινής κορυφαίας αξιολόγησης και του ορίου της επενδυτικής βαθμίδας, ωστόσο, υπάρχουν αρκετές βαθμίδες. «Αυτό δεν βρίσκεται στον ορίζοντα για το προσεχές μέλλον», τονίζει ο Fuest.
Υψηλότερα επιτόκια θα αυξήσουν το κόστος των στεγαστικών δανείων
Παρά ταύτα, η πορεία του γερμανικού χρέους δεν είναι χωρίς συνέπειες για τους πολίτες.
«Τα κρατικά ομόλογα συχνά θεωρούνται το επιτόκιο αναφοράς μιας αγοράς χωρίς κίνδυνο, πάνω στο οποίο προστίθενται το ασφάλιστρο κινδύνου και το περιθώριο κέρδους που αντιστοιχούν στον εκάστοτε δανειολήπτη», εξηγεί ο Schnabl.
Οι τράπεζες χρησιμοποιούν αυτή την απόδοση ως σημείο αναφοράς για τη μακροπρόθεσμη χρηματοδότηση.
«Η άνοδος των επιτοκίων των κρατικών ομολόγων συνεπάγεται, επομένως, υψηλότερα μακροπρόθεσμα επιτόκια και για τους ιδιώτες».
Ιδιαίτερα εκτεθειμένοι θα ήταν όσοι αγοράζουν ακίνητο ή χρειάζονται νέα χρηματοδότηση μετά τη λήξη ενός υφιστάμενου δανείου.
Αντίθετα, για ένα στεγαστικό δάνειο που βρίσκεται ήδη σε ισχύ και έχει σταθερό επιτόκιο, η μηνιαία δόση δεν μεταβάλλεται.
Το πόσο ακριβώς θα αυξάνονταν τα επιτόκια των στεγαστικών δανείων αποκλειστικά λόγω της αύξησης του δημόσιου χρέους δεν μπορεί να υπολογιστεί.
Τα στεγαστικά επιτόκια επηρεάζονται επίσης από τον πληθωρισμό, τη νομισματική πολιτική και τη γενικότερη πορεία των χρηματοπιστωτικών αγορών.
Περίπου 10 δισ. ευρώ επιπλέον κόστος τόκων
Υψηλότερα επιτόκια θα επιβάρυναν παράλληλα και τον ίδιο τον ομοσπονδιακό προϋπολογισμό.
«Μια υποβάθμιση της πιστοληπτικής αξιολόγησης θα μπορούσε αρχικά να οδηγήσει σε αύξηση των επιτοκίων κατά 0,1 έως 0,3 ποσοστιαίες μονάδες», εκτιμά ο Friedrich Heinemann, επικεφαλής του τμήματος Έρευνας για τη Φορολογία των Επιχειρήσεων και τα Δημόσια Οικονομικά στο Leibniz Centre for European Economic Research (ZEW).
Με δημόσιο χρέος περίπου 3 τρισ. ευρώ, ακόμη και μια μικρή αύξηση του κόστους δανεισμού θα συνεπαγόταν σημαντική πρόσθετη επιβάρυνση.
«Θα ανέμενα, επομένως, προς το παρόν ένα πρόσθετο κόστος της τάξης των 10 δισ. ευρώ», σημειώνει ο Heinemann.
Η επιβάρυνση αυτή δεν θα εμφανιζόταν μονομιάς. Θα αυξανόταν σταδιακά, καθώς τα παλαιά ομόλογα θα έληγαν και θα αντικαθίσταντο από νέα, με υψηλότερο επιτόκιο.
Προειδοποίηση για υψηλότερους φόρους και περικοπές δαπανών
Κάθε επιπλέον ευρώ που κατευθύνεται στην εξυπηρέτηση του χρέους περιορίζει τα διαθέσιμα κονδύλια για άλλες δημόσιες δαπάνες.
«Μακροπρόθεσμα, θα πρέπει είτε να αυξηθούν οι φόροι είτε να περικοπούν οι δαπάνες», προειδοποιεί ο Heinemann.
Ο ίδιος συνδέει την πορεία της πιστοληπτικής αξιολόγησης και με την πολιτική σταθερότητα.
Οι πολιτικές περιπλοκές…
Κατά την εκτίμησή του, εκλογικές επιτυχίες της AfD και του κόμματος Die Linke θα μπορούσαν να δυσκολέψουν τις μεταρρυθμίσεις και να προκαλέσουν ανησυχία στους επενδυτές.
«Εάν, αντίθετα, αναλαμβάνουμε χρέος για να χρηματοδοτήσουμε τις συντάξεις, αυτό πλήττει σοβαρά την πιστοληπτική αξιολόγηση της Γερμανίας», υποστηρίζει.
Ο Heinemann θεωρεί, αντιθέτως, δικαιολογημένη τη χρηματοδότηση αμυντικών δαπανών και επενδύσεων σε υποδομές μέσω δανεισμού.
Το κρίσιμο ερώτημα: Πού θα κατευθυνθούν τα νέα δάνεια
Το εάν η Γερμανία θα διατηρήσει την κορυφαία πιστοληπτική της αξιολόγηση δεν θα κριθεί, επομένως, αποκλειστικά από το ύψος του χρέους.
Καθοριστικό θα είναι και το πού θα κατευθυνθούν τα νέα κεφάλαια και κατά πόσο οι επενδύσεις αυτές θα συμβάλουν στην ενίσχυση της οικονομικής ανάπτυξης.
Μια πιθανή υποβάθμιση δεν θα οδηγούσε από τη μία ημέρα στην άλλη σε εκτίναξη των στεγαστικών επιτοκίων ή των φόρων.
Θα αποτελούσε, όμως, ένα ορατό προειδοποιητικό σήμα για μια εξέλιξη της οποίας το κόστος ενδέχεται να έχουν ήδη αρχίσει να επωμίζονται το γερμανικό κράτος και οι πολίτες.












































