Ένα σχέδιο που στόχευε όχι απλώς στην αποδυνάμωση της Τεχεράνης, αλλά στην κατάρρευση της Ισλαμικής Δημοκρατίας και την εγκατάσταση νέας πολιτικής ηγεσίας στο Ιράν, φέρεται να οδηγήθηκε σε αδιέξοδο, προκαλώντας ισχυρούς κλυδωνισμούς στην κορυφή της ισραηλινής υπηρεσίας πληροφοριών.
Σύμφωνα με το ισραηλινό Channel 12, ο νέος επικεφαλής της Mossad, Roman Gofman, προχώρησε στην απομάκρυνση δύο κορυφαίων στελεχών που είχαν κεντρικό ρόλο στον σχεδιασμό της επιχείρησης: του επικεφαλής της Διεύθυνσης Πληροφοριών και του επικεφαλής του τμήματος Ιράν της υπηρεσίας.
Στο επίκεντρο βρίσκεται ένα απόρρητο επιχειρησιακό σχέδιο που προέβλεπε την αξιοποίηση εθνοτικών μειονοτήτων στο Ιράν, την πρόκληση ένοπλης εξέγερσης στο ιρανικό Κουρδιστάν, τη δημιουργία εσωτερικού μετώπου αποσταθεροποίησης και τελικά την πρόκληση μιας πανεθνικής εξέγερσης με στόχο την ανατροπή του καθεστώτος της Τεχεράνης.
Η επιχείρηση, η οποία σύμφωνα με τις αναφορές στηριζόταν σε μια αλυσίδα στρατιωτικών πληγμάτων, μυστικών επαφών και πολιτικών χειρισμών, εξελίχθηκε σε ένα από τα μεγαλύτερα στοιχήματα του ισραηλινού μηχανισμού ασφαλείας.
Όμως η πραγματικότητα αποδείχθηκε πολύ πιο σύνθετη: οι εσωτερικές ισορροπίες στο Ιράν, οι αντιδράσεις περιφερειακών δυνάμεων και οι αμφιβολίες για τη δυνατότητα ελεγχόμενης αλλαγής καθεστώτος ανέκοψαν τον σχεδιασμό.
Η απομάκρυνση των δύο αξιωματούχων μπορεί επισήμως να παρουσιάζεται ως μέρος μιας ευρύτερης αναδιοργάνωσης της Mossad, ωστόσο η χρονική συγκυρία αποκαλύπτει βαθύτερες διαφωνίες στο εσωτερικό της υπηρεσίας για τη στρατηγική απέναντι στην Τεχεράνη.

Το σχέδιο για την ανατροπή της Τεχεράνης
Η φερόμενη επιχείρηση στηριζόταν σε μια αλληλουχία στρατιωτικών, μυστικών και πολιτικών ενεργειών.
Το Ισραήλ θα πραγματοποιούσε στοχευμένα πλήγματα εναντίον θέσεων των Φρουρών της Επανάστασης (IRGC) στο ιρανικό Κουρδιστάν, κοντά στα σύνορα με το Ιράκ.
Στόχος των επιθέσεων θα ήταν η εξουδετέρωση των τοπικών δυνάμεων ασφαλείας και η δημιουργία ασφαλούς διαδρόμου για την είσοδο ένοπλων κουρδικών οργανώσεων στο ιρανικό έδαφος.
Οι σχεδιαστές της Mossad πίστευαν ότι οι αρχικές δυνάμεις θα ενισχύονταν από χιλιάδες νεαρούς Κούρδους και θα μπορούσαν να καταλάβουν σημαντικές πόλεις στο βορειοδυτικό Ιράν.
Η ένοπλη εξέγερση θα λειτουργούσε, σύμφωνα με αυτή τη λογική, ως καταλύτης για γενικευμένες διαδηλώσεις σε ολόκληρη τη χώρα.
Η τελική επιδίωξη ήταν να δημιουργηθεί ένα κίνημα εκατομμυρίων πολιτών, το οποίο θα ασκούσε τέτοια πίεση ώστε να προκαλέσει την κατάρρευση της Ισλαμικής Δημοκρατίας και να ανοίξει τον δρόμο για την εγκατάσταση μιας νέας πολιτικής ηγεσίας.
Το σχέδιο ήταν εντυπωσιακό σε έκταση, αλλά στηριζόταν σε εξαιρετικά αισιόδοξες υποθέσεις: ότι οι κουρδικές οργανώσεις θα συνεργάζονταν, ότι ο ιρανικός πληθυσμός θα εξεγειρόταν μαζικά και ότι ο κρατικός μηχανισμός θα διαλυόταν γρήγορα κάτω από την πίεση των στρατιωτικών πληγμάτων.

Το αμφιλεγόμενο στοίχημα με τον Mahmoud Ahmadinejad
Η πιο παράδοξη πτυχή της επιχείρησης ήταν η φερόμενη επιλογή του πρώην προέδρου Mahmoud Ahmadinejad ως πιθανού διαδόχου της σημερινής ιρανικής ηγεσίας.
Ο Mahmoud Ahmadinejad υπήρξε επί χρόνια ένας από τους πλέον σκληρούς αντιπάλους του Ισραήλ.
Κατά τη διάρκεια της προεδρίας του είχε αμφισβητήσει το Ολοκαύτωμα, είχε χρησιμοποιήσει ακραία αντιισραηλινή ρητορική και είχε υποστηρίξει την επιτάχυνση του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν.
Ωστόσο, τα επόμενα χρόνια απομακρύνθηκε από τον βασικό πυρήνα του καθεστώτος, συγκρούστηκε με ανώτερους αξιωματούχους και παρουσίασε τον εαυτό του ως επικριτή της διαφθοράς και υπερασπιστή των απλών Ιρανών.
Οι New York Times και η Haaretz ανέφεραν ότι η Mossad είχε ξεκινήσει από το 2022 μια πολυετή προσπάθεια προσέγγισης και στρατολόγησής του.
Στο πλαίσιο αυτής της επιχείρησης φέρεται να πραγματοποιήθηκαν μυστικές συναντήσεις στην Ουγγαρία, μεταξύ των οποίων και επαφή με τον τότε διευθυντή της Mossad, David Barnea.
Το γραφείο του πρώην προέδρου έχει αρνηθεί ή δεν έχει επιβεβαιώσει τις σχετικές καταγγελίες.
Η επιλογή του Mahmoud Ahmadinejad αποκαλύπτει το μέγεθος του πολιτικού ρίσκου.
Η Mossad φέρεται να πόνταρε σε έναν πρώην σκληροπυρηνικό, θεωρώντας ότι η προσωπική του σύγκρουση με το καθεστώς και η αναγνωρισιμότητά του θα μπορούσαν να τον μετατρέψουν σε μεταβατικό ηγέτη.
Το σχέδιο, όμως, αντιμετώπισε έντονες αντιδράσεις ακόμη και μέσα στο ισραηλινό σύστημα ασφαλείας.
Στελέχη των στρατιωτικών πληροφοριών θεωρούσαν εξαιρετικά απίθανο να οδηγήσει ο πόλεμος σε ελεγχόμενη αλλαγή καθεστώτος και προειδοποιούσαν ότι η κατάρρευση της υπάρχουσας ηγεσίας θα μπορούσε να προκαλέσει μεγαλύτερο χάος ή την εμφάνιση μιας ακόμη πιο σκληρής στρατιωτικής κυβέρνησης.

Γιατί κατέρρευσε η επιχείρηση
Στις πρώτες φάσεις της σύγκρουσης, οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ πραγματοποίησαν εκτεταμένα πλήγματα εναντίον της ιρανικής στρατιωτικής και πολιτικής δομής.
Στο στόχαστρο βρέθηκαν υψηλόβαθμα στελέχη, βάσεις, πυραυλικά συστήματα, αστυνομικές εγκαταστάσεις και θέσεις των Basij και του IRGC.
Οι επιθέσεις στο βορειοδυτικό Ιράν φέρεται να συνδέονταν με την προσπάθεια δημιουργίας ευνοϊκών συνθηκών για την προέλαση των κουρδικών δυνάμεων.
Η επιχείρηση δεν προχώρησε, όμως, όπως είχε σχεδιαστεί.
Οι διαρροές προς τα μέσα ενημέρωσης αποκάλυψαν κρίσιμες πτυχές του σχεδίου, ενώ η Τουρκία άσκησε έντονες πιέσεις στην Ουάσιγκτον, φοβούμενη ότι μια ενισχυμένη κουρδική εξέγερση θα μπορούσε να πυροδοτήσει αποσχιστικές τάσεις σε ολόκληρη την περιοχή.
Οι ίδιες οι κουρδικές οργανώσεις εμφανίστηκαν διστακτικές.
Παρά τις συνομιλίες τους με τις Ηνωμένες Πολιτείες, δεν διέθεταν ενιαία διοίκηση, κοινή στρατηγική ή επαρκείς εγγυήσεις ότι θα υποστηρίζονταν μέχρι το τέλος. Αμερικανοί αξιωματούχοι δεν είχαν καταλήξει σε οριστική απόφαση για την παροχή όπλων και άμεσης επιχειρησιακής υποστήριξης.
Τελικά, η κυβέρνηση του Donald Trump φέρεται να εγκατέλειψε την κουρδική επιχείρηση, κρίνοντας ότι οι ισραηλινές προβλέψεις για άμεση ανατροπή του καθεστώτος ήταν μη ρεαλιστικές.
Ο Roman Gofman αλλάζει τη Mossad
Η απομάκρυνση των δύο αξιωματούχων δεν αποτελεί μεμονωμένο περιστατικό.
Από την ανάληψη των καθηκόντων του στις 2 Ιουνίου 2026, ο Roman Gofman έχει προχωρήσει σε σημαντικές αλλαγές στην ανώτατη διοίκηση της Mossad.
Λίγες ημέρες μετά την ορκωμοσία του απομάκρυνε τον αναπληρωτή διευθυντή της υπηρεσίας, γνωστό δημοσίως μόνο ως «Aleph».
Το συγκεκριμένο στέλεχος είχε υπηρετήσει για 22 χρόνια, είχε διοικήσει διαφορετικές διευθύνσεις και είχε τιμηθεί επανειλημμένα για τη δράση του.
Ο Roman Gofman είναι ο πρώτος επικεφαλής της Mossad εδώ και περίπου 15 χρόνια που προέρχεται εκτός της ίδιας της υπηρεσίας.
Προηγουμένως ήταν στρατιωτικός γραμματέας του Benjamin Netanyahu και η επιλογή του είχε προκαλέσει νομικές προσφυγές, αλλά και αντιδράσεις από στελέχη του μηχανισμού πληροφοριών.
Οι αλλαγές δείχνουν ότι επιχειρεί να δημιουργήσει μια νέα ηγετική ομάδα, απόλυτα ευθυγραμμισμένη με τη δική του στρατηγική.
Παράλληλα, υποδηλώνουν ότι στο εσωτερικό της Mossad διεξάγεται μια σκληρή αντιπαράθεση σχετικά με το ποια μέθοδος πρέπει να ακολουθηθεί απέναντι στο Ιράν.
Ο ίδιος δεν εγκαταλείπει τον στόχο αποδυνάμωσης ή ανατροπής της ιρανικής ηγεσίας. Κατά την ανάληψη των καθηκόντων του, τόσο ο Roman Gofman όσο και ο Benjamin Netanyahu παρουσίασαν το Ιράν ως την κεντρική αποστολή της υπηρεσίας.
Ο Ισραηλινός πρωθυπουργός δήλωσε ότι η Mossad πρέπει να συμβάλει ώστε το ιρανικό καθεστώς να πάψει να αποτελεί απειλή.

Ένα φιάσκο με βαρύ πολιτικό κόστος
Η αποτυχία του σχεδίου αποτελεί σοβαρό πλήγμα για το Ισραήλ και τις Ηνωμένες Πολιτείες, όχι επειδή δεν κατάφεραν να προκαλέσουν ζημιές στις ιρανικές στρατιωτικές δυνατότητες, αλλά επειδή απέτυχαν στον πιο φιλόδοξο πολιτικό τους στόχο: την ελεγχόμενη αλλαγή καθεστώτος.
Η περίπτωση αποδεικνύει για ακόμη μία φορά ότι η στρατιωτική υπεροχή δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε πολιτικό έλεγχο.
Η εξουδετέρωση διοικητών, η καταστροφή εγκαταστάσεων και η υποστήριξη ένοπλων μειονοτήτων μπορεί να αποδυναμώσουν ένα κράτος, αλλά δεν εγγυώνται ότι το σύστημα θα καταρρεύσει ή ότι η διάδοχη κατάσταση θα εξυπηρετεί εκείνους που προκάλεσαν την κρίση.
Οι σχεδιαστές της επιχείρησης φέρεται να πίστεψαν ότι μπορούσαν να συντονίσουν μια κουρδική προέλαση, μια πανεθνική εξέγερση και την ανάδειξη ενός προκαθορισμένου ηγέτη.
Στην πράξη, υποτίμησαν τις περιφερειακές αντιδράσεις, τις εσωτερικές διαιρέσεις των κουρδικών οργανώσεων και την ανθεκτικότητα του ιρανικού κρατικού μηχανισμού.
Η αναδιοργάνωση της Mossad αποτελεί έμμεση παραδοχή ότι κάτι πήγε βαθιά στραβά.
Παρά τις διαβεβαιώσεις περί «αμοιβαίας συμφωνίας», η απομάκρυνση των επικεφαλής δύο κρίσιμων διευθύνσεων μετά την αποτυχία μιας τόσο μεγάλης επιχείρησης δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί μια απλή διοικητική μεταβολή.
Ο Roman Gofman δεν βάζει τέλος στον μυστικό πόλεμο κατά της Τεχεράνης.
Αντίθετα, επιχειρεί να τον επανασχεδιάσει, απομακρύνοντας εκείνους που ταυτίστηκαν με το προηγούμενο σχέδιο.
Το μεγάλο ερώτημα είναι αν η νέα στρατηγική θα είναι περισσότερο ρεαλιστική ή ακόμη πιο επιθετική.
Το μόνο βέβαιο είναι ότι η αποτυχία δεν οδήγησε σε εγκατάλειψη του στόχου. Οδήγησε σε αλλαγή προσώπων — και σε μια νέα, πιθανώς πιο επικίνδυνη φάση του αόρατου πολέμου ανάμεσα στο Ισραήλ και το Ιράν.











































