Από τη δημοσιογραφία μέχρι την εκπαίδευση και από την ιατρική μέχρι την… τρομοκρατία, η τεχνητή νοημοσύνη εισχωρεί με ταχύτατους ρυθμούς αλλά και αμφιλεγόμενη αξιοπιστία.
Πρώτα τον απέλυσαν. Επειτα ανακάλυψε ότι το όνομά του συνέχιζε να δημοσιεύεται, παρότι ο ίδιος δεν είχε γράψει πια ούτε μία λέξη. Ο δημοσιογράφος Μπεν Τουάτι έχασε τη δουλειά του από το πρακτορείο μάρκετινγκ ClickOut Media νωρίτερα φέτος καθώς, όπως ισχυρίστηκε η εταιρεία, δεν υπήρχε αρκετή δουλειά.
Λίγες μέρες αργότερα, ο ιστότοπος συνέχισε να δημοσιεύει άρθρα με την υπογραφή του. Τα είχε αναλάβει πια μια μηχανή που χρησιμοποιούσε το όνομά του. Ο ίδιος περιέγραψε την είδηση στο μέσο ενημέρωσης «Press Gazette» ως «χαστούκι». Η εταιρεία, όταν ρωτήθηκε, απάντησε ότι χρησιμοποιεί περιεχόμενο υποβοηθούμενο από τεχνητή νοημοσύνη (AI) «σε συνδυασμό με ανθρώπινους ελέγχους». Ο Τουάτι κατέθεσε καταγγελία επικαλούμενος τον ευρωπαϊκό κανονισμό προστασίας προσωπικών δεδομένων, καταφέρνοντας να αφαιρεθεί το όνομά του τελικά από τα άρθρα.
Περίπου την ίδια περίοδο η αμερικανική εφημερίδα «New York Times» διέκοψε τη συνεργασία της με τον συγγραφέα και δημοσιογράφο Αλεξ Πρέστον αφού διαπιστώθηκε ότι μια κριτική βιβλίου που είχε γράψει περιείχε φράσεις σχεδόν πανομοιότυπες με προγενέστερη κριτική της συναδέλφου του Κριστομπέλ Κεντ στη βρετανική εφημερίδα «The Guardian». Ο Πρέστον απολογήθηκε και παραδέχτηκε ότι είχε χρησιμοποιήσει εργαλείο ΑΙ στο προσχέδιο του κειμένου του, το οποίο είχε ενσωματώσει αυτούσιο υλικό από τον «Guardian» χωρίς ο ίδιος να το εντοπίσει προτού το παραδώσει.
Λίγο νωρίτερα ο Πίτερ Βάντερμερς, πρώην διευθυντής σύνταξης της ολλανδικής εφημερίδας NRC, παραδέχτηκε πως χρησιμοποίησε εργαλεία όπως το ChatGPT και το Perplexity για να συνοψίσει κείμενα και δημοσίευσε στο προσωπικό του newsletter αποσπάσματα που παρουσίασε ως αυτούσιες δηλώσεις ανθρώπων. Επτά από τα πρόσωπα που φέρονταν να έχουν παραχωρήσει αυτές τις δηλώσεις διέψευσαν ότι είπαν ποτέ κάτι τέτοιο. Ο ίδιος έγραψε ότι έπεσε στην παγίδα των «παραισθήσεων», όπως ονομάζεται το φαινόμενο όταν η μηχανή παράγει πληροφορίες που δεν υπάρχουν πουθενά. Ο εκδοτικός όμιλος Mediahuis, στον οποίο εργαζόταν, τον έθεσε σε αναστολή καθηκόντων.
Τρεις άνθρωποι, τρεις χώρες μέσα σε λίγους μήνες. Και στις τρεις περιπτώσεις το AI χρησιμοποιήθηκε ως εργαλείο υποστήριξης. Το ζήτημα είναι πώς εφαρμόζεται ο έλεγχός του στην πράξη ώστε το εργαλείο να υποστηρίζει τη δουλειά και όχι να την αντικαθιστά απρόσεκτα.
Η μηχανή στην αίθουσα σύνταξης
Σε πολλές αίθουσες σύνταξης ανά τον κόσμο κανείς δεν χρειάστηκε να πείσει τους δημοσιογράφους να δεχτούν το AI. Το ζήτησαν οι ίδιοι οι οργανισμοί. Η αυστραλιανή ραδιοτηλεόραση ABC ανακοίνωσε φέτος συμφωνία με την αμερικανική εταιρεία Anthropic ώστε περίπου 100 υπάλληλοί της να χρησιμοποιούν το AI Claude στην παραγωγή ειδήσεων, ενώ παράλληλα δοκιμάζει δικό της εργαλείο που μετατρέπει ραδιοφωνικά δελτία σε γραπτά άρθρα. Ο στόχος, όπως τον περιέγραψε, είναι να ελευθερωθεί χρόνος για έρευνα και βαθύτερη δημοσιογραφία.
Σε παγκόσμια έρευνα του προγράμματος JournalismAI στο London School of Economics με τη συμμετοχή πάνω από 60 ειδησεογραφικών οργανισμών από όλο τον κόσμο, ο επικεφαλής του προγράμματος Τσάρλι Μπέκετ κατέγραψε ότι οι περισσότεροι έχουν ήδη πειραματιστεί με τέτοια εργαλεία με βασικό στόχο τη συγγραφή κώδικα, περιλήψεις και βελτίωση τίτλων.
Η ερευνήτρια Σανγιουάν Γου από το Εθνικό Πανεπιστήμιο της Σιγκαπούρης εξετάζει το φαινόμενο σε μια νέα μελέτη, οι συντάκτες της οποίας συνομίλησαν με 14 δημοσιογράφους για να καταγράψουν τι ακριβώς αλλάζει στο επάγγελμα. Κάποιοι από αυτούς περιέγραψαν τον φόβο ότι η τεχνολογία, όπως το έθεσε ένας εξ αυτών, «αποβλακώνει το επάγγελμα», αφαιρώντας το κίνητρο να αναζητήσει κανείς μια πηγή ή να κάνει μια συνέντευξη όταν η μηχανή μπορεί ήδη να δώσει μια βασική εικόνα για ένα θέμα. Αλλοι, στην ίδια έρευνα, υποστήριξαν πως το εργαλείο απλώς επιταχύνει μια έρευνα που θα έκαναν ούτως ή άλλως.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει ωστόσο το συμπέρασμα της μελέτης. Η ικανότητα που θα χρειαστεί περισσότερο ο δημοσιογράφος του μέλλοντος δεν είναι τόσο η ταχύτητα στη συγγραφή όσο το να ξεχωρίζει το αληθινό από το επινοημένο μέσα σε ένα κείμενο που μοιάζει εξίσου πειστικό και στις δύο περιπτώσεις.
Πολλά, γρήγορα και ταυτόχρονα
Η ταχεία αυτή εξάπλωση της τεχνολογίας δεν περιορίζεται στον τομέα της δημοσιογραφίας. Η τεχνητή νοημοσύνη εισχωρεί πλέον σε εντελώς διαφορετικούς κλάδους.
Στη Νιγηρία μαχητές των ισλαμιστικών οργανώσεων ISWAP και Μπόκο Χαράμ ζήτησαν οδηγίες από chatbots, προγράμματα AI που απαντούν σε ερωτήσεις μέσω κειμένου για το πώς να ενισχύσουν εκρηκτικά και πώς να τροποποιήσουν μοτοσικλέτες ώστε να περνούν πάνω από χαρακώματα του στρατού. Η Αντόνια Γιούλιχ, ερευνήτρια του Πανεπιστημίου του Κέιμπριτζ που δημοσίευσε τη σχετική μελέτη, διαπίστωσε ότι οι οργανώσεις αυτές έχουν συγκροτήσει ειδικές μονάδες γύρω από τη χρήση αυτών των εργαλείων με συστηματική εκπαίδευση, κάτι που δεν περίμενε σε τέτοιο βαθμό ούτε η ίδια όταν ξεκίνησε την έρευνά της. Οι ερωτήσεις για τις μοτοσικλέτες, όπως παραδέχτηκε η Γιούλιχ, δεν έχουν από μόνες τους κακόβουλο χαρακτήρα. Η κατασκευή εκρηκτικών όμως θα έπρεπε να ενεργοποιεί μηχανισμούς ασφαλείας στο ίδιο το πρόγραμμα, κάτι που δεν συνέβη.
Στην Ελλάδα, η συμβουλευτική εταιρεία ιδιωτικών κεφαλαίων και επενδύσεων CVC αντικατέστησε με AI τους τραπεζίτες-συμβούλους στη διαδικασία πώλησης της εταιρείας ηλεκτρονικού εμπορίου Skroutz στην αμερικανική Blackstone. Αντί για τραπεζικούς, ένα chatbot απαντούσε στους υποψήφιους αγοραστές, μεταξύ άλλων, για οικονομικά στοιχεία και λεπτομέρειες της συμφωνίας.
Στη Μολδαβία το 88% των μαθητών έχει ήδη βάλει την τεχνητή νοημοσύνη στη ζωή του, με το 60% να τη χρησιμοποιεί καθημερινά, αναγκάζοντας το υπουργείο Παιδείας να αναπτύξει σε συνεργασία με τη UNICEF ένα εκπαιδευτικό πρόγραμμα 26 μαθημάτων που διδάσκει στα παιδιά πώς να αναγνωρίζουν πλαστές εικόνες και φωνές. Σε παγκόσμιο επίπεδο η UNICEF κατέγραψε ότι τουλάχιστον 20 εκατομμύρια παιδιά σε δέκα χώρες έχουν ήδη χρησιμοποιήσει τέτοια εργαλεία, με ρυθμό υιοθέτησης τριπλάσιο από εκείνον των ενηλίκων. Ενα στα δέκα παιδιά έχει ήδη ζητήσει συμβουλή από την τεχνητή νοημοσύνη για κάτι που το απασχολούσε προσωπικά.
Περισσότερα από 2 εκατ. ρομπότ εργάζονται ήδη σε εργοστάσια στην Κίνα, ενώ στη Γουχάν η αναταραχή με τους οδηγούς ταξί που βλέπουν τα αυτόνομα οχήματα να τους αφαιρούν την πελατεία μετράει ήδη δύο χρόνια. Κινεζικά δικαστήρια αρχίζουν να δικαιώνουν εργαζόμενους που απολύθηκαν επειδή αντικαταστάθηκαν από λογισμικό.
Στη Βρετανία η υπουργός Εξωτερικών Ιβέτ Κούπερ προειδοποίησε ότι μια τεχνητή νοημοσύνη χωρίς διεθνείς κανόνες εγκυμονεί κίνδυνο «τύπου Χιροσίμα».
Ομως η ίδια τεχνολογία που γεννά φόβους για απώλεια θέσεων εργασίας δεν λειτουργεί μόνο ως απειλή. Στη Βοστώνη αλγόριθμος βοήθησε γιατρούς να δώσουν, ύστερα από 20 χρόνια αναζήτησης, διάγνωση σε μια γυναίκα με σπάνια γενετική πάθηση.
Σχεδόν 200 οικονομολόγοι και τεχνολόγοι, ανάμεσά τους 15 νομπελίστες, υπέγραψαν πρόσφατα κοινή δήλωση προειδοποιώντας ότι η επόμενη δεκαετία μπορεί να φέρει ανατροπές μεγαλύτερες κι από τη Βιομηχανική Επανάσταση, μόνο που θα εξελιχθούν σε πολύ συντομότερο χρονικό διάστημα διαμορφώνοντας ένα παγκόσμιο σκηνικό όπου το ψηφιακό στοιχείο παρεμβαίνει ακατάπαυστα στην ανθρώπινη ρουτίνα.
Τίποτε από όλα αυτά δεν μοιάζει συνδεδεμένο εκ πρώτης όψεως. Πολεμιστές στη Νιγηρία, μαθητές στη Μολδαβία, οδηγοί ταξί στην Κίνα, οικονομολόγοι στη Νέα Υόρκη. Αλλά με μια δεύτερη ανάγνωση θα διαπιστώσει κανείς ότι η τεχνητή νοημοσύνη διεισδύει παντού, ταυτόχρονα, με αδιανόητο ρυθμό ταχύτητας.
Άριστα 100, κατανόηση μηδέν
Η καθηγήτρια Παιδιατρικής Ντάνα Σούσκιντ, σε συνέντευξη στον παρουσιαστή Πολ Ραντ για το podcast του Πανεπιστημίου του Σικάγου, εξήγησε πώς χτίζεται ο παιδικός εγκέφαλος. Ανέφερε ότι βρέφη έξι μηνών δείχνουν σωματικές αντιδράσεις σύνδεσης με ένα ρομπότ, αλλά αδυνατούν να συγχρονιστούν μαζί του όπως με έναν άνθρωπο. Η συνάδελφός της στο ίδιο πανεπιστήμιο Σάρα Σέμπο βρήκε σε ξεχωριστή μελέτη ότι παιδιά που διάβαζαν σε ένα ρομπότ σχεδιασμένο να αλληλεπιδρά με ανθρώπους έδειχναν λιγότερο άγχος απ’ όσο όταν διάβαζαν σε ενήλικα. Η Σούσκιντ προειδοποιεί ότι, αν η ανθρώπινη φροντίδα αντικατασταθεί εν μέρει από μια τεχνολογία υπομονετική και πάντα διαθέσιμη, το παιδί κινδυνεύει να μη μάθει ποτέ πώς να διαπραγματεύεται με έναν κόσμο όπου οι άνθρωποι έχουν τις δικές τους σκέψεις, διαθεσιμότητα και όρια.
Το ίδιο ερώτημα, τι χάνει κανείς όταν του λείπει η τριβή με τον άνθρωπο, εμφανίζεται και στα πανεπιστήμια. Ο καθηγητής Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο Μπράουν Ρομπέρτο Σεράνο μετέτρεψε ένα διαγώνισμα σε εργασία στο σπίτι ύστερα από τραγικό περιστατικό με πυροβολισμούς στο πανεπιστήμιο θέλοντας να ελαφρύνει το άγχος των φοιτητών του. Χωρίς επιτήρηση και με πρόσβαση σε υπολογιστή, 40 από τους 86 φοιτητές πήραν άριστα, με μέσο όρο 96, πολύ πάνω από το σύνηθες εύρος 65 με 80, παρότι το διαγώνισμα ήταν δυσκολότερο απ’ όσο συνήθως. Ο ίδιος εντόπισε αργότερα ενδείξεις χρήσης τεχνητής νοημοσύνης σε πολλές απαντήσεις. Οταν επέβαλε ξανά διά ζώσης εξέταση, χωρίς πρόσβαση σε καμία μηχανή, ο μέσος όρος έπεσε στο 48.
Η απόσταση ανάμεσα στους δύο αριθμούς καταδεικνύει πόσο εύκολα κρύβεται η απουσία κατανόησης πίσω από ένα γραπτό που εκ πρώτης όψεως μοιάζει αλάνθαστο.
Η ίδια δυσκολία αξιολόγησης περνάει και στην οικονομία. Σε πρόσφατη συζήτηση στην αμερικανική εφημερίδα «Wall Street Journal» τρεις οικονομολόγοι κατέθεσαν εντελώς διαφορετικές εκτιμήσεις. Ο Αντον Κόρινεκ από το Πανεπιστήμιο της Βιρτζίνια προβλέπει ότι το μερίδιο της εργασίας στο παγκόσμιο εισόδημα θα πέσει κάτω από το 50% μέσα σε μία γενιά. Απέναντι σε αυτό, ο καθηγητής του ΜΙΤ Ντέιβιντ Οτορ εκτιμά ότι η τεχνολογία αυτοματοποιεί τις διαδικασίες, λειτουργεί συμπληρωματικά και γεννά νέες μορφές εργασίας. Τη συζήτηση συμπληρώνει η οικονομολόγος Μάρθα Γκίμπελ από το Πανεπιστήμιο Γέιλ σημειώνοντας ότι καμία τεχνολογική επανάσταση στο παρελθόν δεν άφησε πίσω της λιγότερες θέσεις εργασίας. Υπενθυμίζει επίσης ότι οι καταναλωτές προτιμούν την ανθρώπινη επαφή και είναι διατεθειμένοι να πληρώσουν για υπηρεσίες που παρέχονται από ανθρώπους.
Παρ’ όλα αυτά, η έλλειψη πραγματικής εμπειρίας γίνεται το τρωτό σημείο των αλγορίθμων, ειδικά όταν προσπαθούν να μιμηθούν το προσωπικό ύφος γραφής.
Ο συντάκτης Ανταμ Κιρς στο περιοδικό «The Atlantic» ζήτησε από το ChatGPT να γράψει ιστορίες σε διαφορετικά ύφη, από παραμύθι μέχρι μίμηση της Τζέιν Οστεν. Παρατήρησε μία σταθερά: όσο κι αν άλλαζε το λεξιλόγιο, η μηχανή επέστρεφε πάντα σε ιστορίες με ηθικό δίδαγμα στο τέλος. Οταν τη ρώτησε πώς διαμορφώνει το ύφος της, η μηχανή απάντησε ότι δεν υπάρχει καμία εσωτερική εμπειρία πίσω από τις λέξεις που παράγει, παρά μόνο μια πρόβλεψη για το ποια λέξη έρχεται συχνότερα ύστερα από άλλη με βάση όσα έχει διαβάσει, επιβεβαιώνοντας ότι αδυνατεί να παραγάγει πραγματική πρωτοτυπία ή δημιουργική σκέψη.
Η παντελής απουσία βιώματος εξηγεί εντέλει την κεντρική αντίφαση. Ενα πρόγραμμα μπορεί να λύσει ένα ιατρικό μυστήριο 20 ετών επειδή σαρώνει τεράστιο όγκο δεδομένων. Αδυνατεί όμως να κρίνει ένα βιβλίο ή να συντάξει ένα πρωτότυπο άρθρο διότι στερείται αντίληψης. Γι’ αυτό καταφεύγει πάντα στην αντιγραφή και συχνά στην οικειοποίηση μιας ανθρώπινης υπογραφής.










































