Οι δηλώσεις του Donald Trump από τη Γαλλία και οι παραδοχές του… αποδεικνύουν ότι όχι μόνο δεν πέτυχε τους στρατηγικούς στόχους που είχε θέσει με τον σύμμαχό του, Benjamin Netanyahu, αλλά ότι επιχειρεί να διαχειριστεί τις πολιτικές, οικονομικές και γεωπολιτικές συνέπειες μιας σύγκρουσης, από την οποία βγήκε… βαριά πληγωμένος, αν όχι πλήρως ηττημένος
Από την εγκατάλειψη της ρητορικής περί αλλαγής καθεστώτος στην Τεχεράνη μέχρι την παραδοχή ότι τα Στενά του Hormuz και η παγκόσμια ενεργειακή ασφάλεια δεν μπορούσαν να διασφαλιστούν χωρίς συμφωνία με το Ιράν, οι παραδοχές του Trump συνθέτουν μια εικόνα που απέχει σημαντικά από το αφήγημα της νίκης και που μάλλον σαλπίζει… μια μεγάλη υποχώρηση...
Και όσο αποκαλύπτονται οι λεπτομέρειες της συμφωνίας μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης, τόσο ενισχύεται η εντύπωση ότι ο πόλεμος των 40 ημερών δεν ήταν παρά ένα ιστορικό φιάσκο για τους Αμερικάνους, οι οποίοι βλέπουν να αμφισβητείται ακόμα και η παρουσία τους στον Περσικό κόλπο…
Οι στόχοι
Το σύνολο των πρόσφατων δηλώσεων του Trump μπορεί να ερμηνευθεί ως αφήγημα μιας προσπάθειας διαχείρισης των συνεπειών μιας ήττας, οι επιπτώσεις της οποίας θα είναι ορατές όχι μόνο στην περιοχή, αλλά και στην εσωτερική πολιτική και στη διεθνή θέση των ΗΠΑ.
Ο πόλεμος των 40 ημερών των ΗΠΑ και του ισραηλινού καθεστώτος κατά του Ιράν ξεκίνησε με μια σειρά φιλόδοξων στόχων.
Ο Donald Trump και οι σύμμαχοί του στο Τελ Αβίβ ήλπιζαν ότι, μέσω εκτεταμένων στρατιωτικών επιθέσεων, θα άλλαζαν τις περιφερειακές ισορροπίες υπέρ τους, θα έσπαγαν την αποτρεπτική ισχύ του Ιράν και θα ανάγκαζαν την Τεχεράνη να αποδεχθεί όρους που εδώ και χρόνια προσπαθούσαν να της επιβάλουν.
Σε ορισμένες φάσεις μάλιστα έγινε λόγος ακόμη και για αλλαγή καθεστώτος στο Ιράν και άνευ όρων παράδοση της Τεχεράνης.

Η τελική εικόνα
Ωστόσο, τώρα, μετά το τέλος του πολέμου και την έναρξη της διαδικασίας συμφωνίας μεταξύ Τεχεράνης και Ουάσιγκτον, οι δηλώσεις του Αμερικανού προέδρου παρουσιάζουν μια εντελώς διαφορετική εικόνα της πραγματικότητας στο πεδίο.
Μια εικόνα που, πάνω απ’ όλα, δείχνει τη σταδιακή υποχώρηση του Λευκού Οίκου από πολλές από τις αρχικές του θέσεις και επιδιώξεις – εξέλιξη που επηρεάστηκε από τη στρατηγική ήττα απέναντι στο Ιράν.
Ο Trump προσπάθησε να αντικαταστήσει την ήττα στο πεδίο με μια επικοινωνιακή αφήγηση νίκης, παρουσιάζοντας τη συμφωνία με το Ιράν ως μεγάλη επιτυχία για τις ΗΠΑ.
Ωστόσο, μέσα στα ίδια του τα λόγια υπάρχουν παραδοχές που δείχνουν ότι η Ουάσιγκτον όχι μόνο δεν πέτυχε τους διακηρυγμένους της στόχους, αλλά αναγκάστηκε να αποδεχθεί νέες πραγματικότητες για να αποφύγει βαρύτερες συνέπειες από τον πόλεμο.

Υποχώρηση από το σχέδιο αλλαγής του πολιτικού συστήματος του Ιράν
Ίσως το σημαντικότερο μέρος των δηλώσεων του Trump αφορά το ζήτημα που κατά τη διάρκεια του πολέμου τέθηκε επανειλημμένα από δυτικούς αξιωματούχους, μέσα ενημέρωσης και κύκλους: την αλλαγή του πολιτικού συστήματος του Ιράν.
Ο Αμερικανός πρόεδρος δήλωσε χαρακτηριστικά: «Ποτέ δεν ισχυρίστηκα ότι επιδιώκω αλλαγή κυβέρνησης στο Ιράν».
Αυτό ενώ, από τις πρώτες ημέρες του πολέμου, πολλοί δυτικοί αναλυτές και ακόμη και Αμερικανοί αξιωματούχοι μιλούσαν για επικείμενη κατάρρευση του πολιτικού συστήματος του Ιράν.
Μέσα ενημέρωσης κοντά στον Λευκό Οίκο επαναλάμβαναν επίσης ότι η στρατιωτική και οικονομική πίεση θα μπορούσε να οδηγήσει σε αλλαγή της πολιτικής δομής του Ιράν.
Ο Trump, με φράσεις όπως «η βοήθεια έρχεται», στην πράξη προωθούσε το σχέδιο αλλαγής καθεστώτος.
Τώρα, όμως, ο Trump όχι μόνο αποστασιοποιείται από αυτόν τον ισχυρισμό, αλλά περιορίζεται στη φράση ότι «κατά κάποιον τρόπο μπορεί να ειπωθεί πως έγινε αλλαγή κυβέρνησης» — μια διατύπωση που μοιάζει περισσότερο με προσπάθεια διάσωσης των προσχημάτων μετά την αποτυχία ενός μεγάλου σχεδίου.
Αυτή η αλλαγή τόνου δείχνει ότι ένας από τους βασικούς στόχους του πολέμου όχι μόνο δεν επιτεύχθηκε, αλλά η Ουάσιγκτον αναγκάστηκε να υποχωρήσει ακόμη και από τη ρητή αναφορά του.

Παραδοχή της ισχύος του Ιράν στα Στενά του Hormuz
Ένα άλλο αξιοσημείωτο σημείο των δηλώσεων του Trump ήταν η έμμεση παραδοχή του καθοριστικού ρόλου του Ιράν στις παγκόσμιες ενεργειακές ισορροπίες.
Όπως είπε: «Αν δεν καταλήγαμε σε συμφωνία, τα Στενά του Hormuz δεν θα άνοιγαν».
Η φράση αυτή έχει σημασία για πολλούς λόγους.
Πρώτον, ο Trump ουσιαστικά επιβεβαιώνει ότι η συνέχιση του πολέμου θα μπορούσε να προκαλέσει σοβαρή κρίση στην παγκόσμια ροή ενέργειας.
Δεύτερον, σε αντίθεση με τους αρχικούς ισχυρισμούς περί αδυναμίας του Ιράν να επηρεάσει τις περιφερειακές εξισώσεις, ο Αμερικανός πρόεδρος αναγνωρίζει τώρα ότι το τέλος της κρίσης στα Στενά του Hormuz δεν ήταν δυνατό χωρίς συμφωνία με την Τεχεράνη.
Στην πραγματικότητα, αυτό που ο Trump παρουσιάζει ως επίτευγμα αποτελεί, από άλλη οπτική, παραδοχή ότι οι ΗΠΑ δεν κατάφεραν μέσω στρατιωτικής ισχύος να εγγυηθούν την ασφάλεια της ναυσιπλοΐας και της ενέργειας και τελικά επέστρεψαν στον δρόμο της διαπραγμάτευσης.

Από τις στρατιωτικές απειλές στον φόβο οικονομικής καταστροφής
Σε άλλο σημείο των δηλώσεών του, ο Trump ανέφερε ως λόγο για τη συμφωνία την αποτροπή μιας «οικονομικής καταστροφής».
Όπως είπε: «Έκανα αυτή τη συμφωνία επειδή δεν ήθελα να δω μια οικονομική καταστροφή».
Η δήλωση αυτή έρχεται σε σαφή αντίθεση με τις αρχικές θέσεις της αμερικανικής κυβέρνησης.
Στην αρχή του πολέμου, ο Λευκός Οίκος υποστήριζε ότι οι στρατιωτικές και οικονομικές πιέσεις δεν θα είχαν σημαντικό κόστος για τις ΗΠΑ και ότι το Ιράν θα αναγκαζόταν σύντομα να υποχωρήσει.
Τώρα, όμως, ο Αμερικανός πρόεδρος παραδέχεται ότι η συνέχιση του πολέμου θα μπορούσε να οδηγήσει την οικονομία των ΗΠΑ και του κόσμου σε σοβαρή κρίση.
Τέτοιες δηλώσεις δείχνουν ότι, σε αντίθεση με τους αρχικούς υπολογισμούς, το κόστος του πολέμου για την Ουάσιγκτον ήταν πολύ μεγαλύτερο από τις προβλέψεις.

«Πρέπει να επιστρέψουμε τα χρήματα του Ιράν»
Ίσως το πιο σπάνιο σημείο των δηλώσεων του Trump αφορά τα δεσμευμένα περιουσιακά στοιχεία του Ιράν.
Όπως τόνισε: «Έχουμε πάρει μεγάλο ποσό από τα χρήματα του Ιράν.
Αυτά τα χρήματα δεν ανήκουν σε εμάς, ανήκουν σε εκείνους, και αν δεν τα επιστρέψουμε, κανείς δεν θα είναι πλέον διατεθειμένος να επενδύσει στο δολάριο».
Οι δηλώσεις αυτές μπορούν να θεωρηθούν μία από τις σημαντικότερες πολιτικές υποχωρήσεις της Ουάσιγκτον τα τελευταία χρόνια.
Οι ΗΠΑ χρησιμοποιούσαν επί δεκαετίες τα δεσμευμένα περιουσιακά στοιχεία διαφόρων χωρών ως εργαλείο πίεσης.
Τώρα, όμως, ο πρόεδρός τους μιλά ανοιχτά για την ανάγκη επιστροφής των ιρανικών περιουσιακών στοιχείων.
Η θέση αυτή δείχνει ότι, ακόμη και κατά τον ίδιο τον Trump, η συνέχιση της πολιτικής δήμευσης και δέσμευσης των ιρανικών κεφαλαίων θα μπορούσε να πλήξει την οικονομική αξιοπιστία των ΗΠΑ και τη θέση του δολαρίου.

Αλλαγή τόνου απέναντι στο Ιράν
Σε άλλο σημείο, ο Trump είπε: «Οι νέοι ηγέτες του Ιράν είναι πιο έξυπνοι».
Και αυτή η φράση έρχεται σε αντίθεση με την επιθετική και υποτιμητική ρητορική που χρησιμοποιούσαν οι Αμερικανοί αξιωματούχοι κατά του Ιράν στη διάρκεια του πολέμου.
Στην πραγματικότητα, ο Αμερικανός πρόεδρος, που προηγουμένως μιλούσε από θέση απειλών και πίεσης, τώρα προσπαθεί να δημιουργήσει χώρο για αλληλεπίδραση και συμφωνία — μια αλλαγή που πολλοί αναλυτές θεωρούν ένδειξη αποδοχής των νέων πραγματικοτήτων μετά τον πόλεμο.
Ίσως όμως η σημαντικότερη παραδοχή του Trump ήταν όταν είπε: «Αν συνεχίζαμε τους βομβαρδισμούς στο Ιράν, τα πλοία δεν θα μπορούσαν πλέον να κινηθούν», ενώ παράλληλα προειδοποίησε ότι τα πετρελαϊκά αποθέματα των ΗΠΑ μειώνονται.
Οι δηλώσεις αυτές δείχνουν ότι η Ουάσιγκτον, σε αντίθεση με τις αρχικές της εκτιμήσεις, βρέθηκε αντιμέτωπη με σοβαρούς περιορισμούς.
Ο πόλεμος που υποτίθεται ότι θα έδειχνε την ισχύ των ΗΠΑ, τελικά αποκάλυψε τα όρια αυτής της ισχύος.
Για τον λόγο αυτό, ο Trump αναγκάστηκε να υπερασπιστεί τη συμφωνία ως τρόπο αποτροπής της περαιτέρω κλιμάκωσης της κρίσης.
H… μεγάλη νίκη
Παρά όλες αυτές τις υποχωρήσεις, ο Trump εξακολουθεί να επιμένει ότι η συμφωνία με το Ιράν αποτελεί μεγάλη νίκη.
Ισχυρίστηκε ότι οι ΗΠΑ πέτυχαν «όλα όσα ήθελαν και ακόμη περισσότερα».
Ωστόσο, η προσεκτική εξέταση των δηλώσεών του δείχνει μια διαφορετική εικόνα.
Όταν ο πρόεδρος των ΗΠΑ μιλά για την ανάγκη συμφωνίας ώστε να ανοίξουν τα Στενά του Hormuz, να αποφευχθεί οικονομική κρίση, να επιστραφούν τα περιουσιακά στοιχεία του Ιράν και να εγκαταλειφθεί ο ισχυρισμός περί αλλαγής καθεστώτος, είναι δύσκολο να θεωρηθεί ότι αυτή η κατάσταση συμβαδίζει με τους αρχικούς στόχους του πολέμου.
Η πραγματικότητα είναι ότι ο πόλεμος των 40 ημερών ξεκίνησε με μεγάλες υποσχέσεις: από την αλλαγή των περιφερειακών ισορροπιών έως τη στρατηγική αποδυνάμωση του Ιράν.
Όμως το τέλος του πολέμου έδειξε ότι οι στόχοι αυτοί δεν επιτεύχθηκαν και ότι η Ουάσιγκτον αναγκάστηκε, για να περιορίσει τις πολιτικές, οικονομικές και ασφαλείας συνέπειες της κρίσης, να κινηθεί προς μια συμφωνία.

Ποια ισχύς των ΗΠΑ
Γι’ αυτό, το σύνολο των πρόσφατων δηλώσεων του Trump μπορεί να ερμηνευθεί ως αφήγημα μιας προσπάθειας διαχείρισης των συνεπειών μιας ήττας, οι επιπτώσεις της οποίας θα είναι ορατές όχι μόνο στην περιοχή, αλλά και στην εσωτερική πολιτική και στη διεθνή θέση των ΗΠΑ.
Ένας πόλεμος που υποτίθεται ότι θα έδειχνε την ισχύ των ΗΠΑ οδήγησε τελικά τον πρόεδρο της χώρας στο σημείο να μιλά για επιστροφή των χρημάτων του Ιράν, ανάγκη συμφωνίας και κίνδυνο από τη συνέχιση του πολέμου — εξελίξεις που, για πολλούς παρατηρητές, δεν σημαίνουν τίποτε άλλο παρά σταδιακή υποχώρηση από τους αρχικούς στόχους του πολέμου.
Το μήνυμα στον αμερικανικό στρατό
Ο αμερικανικός στρατός πίστευε ότι η πολυετής απομόνωση του Ιράν για περισσότερες από τέσσερις δεκαετίες και η περαιτέρω ενίσχυση του κλοιού γύρω από τη χώρα μέσω αμερικανικών στρατιωτικών βάσεων θα επιτάχυναν την ανατροπή της ιρανικής ηγεσίας.
Ωστόσο, διαπίστωσε ότι ο πόλεμος εξελίχθηκε σε εφιάλτη για τις ΗΠΑ, προκαλώντας σοβαρές συνέπειες για τη διεθνή θέση και το κύρος τους, αλλά και για την εσωτερική τους κατάσταση, ενώ συνιστά υπαρξιακή απειλή για την αμερικανική ηγεμονία.
Σύμφωνα με το ιρανικό πρακτορείο ειδήσεων Mehr, αναλυτές επιχειρούν να επισημάνουν τις 4 μεγαλύτερες στιγμές της αποτυχίας των ΗΠΑ στον πόλεμο κατά του Ιράν…
1. Μείωση της διεθνούς αξιοπιστίας των ΗΠΑ
Οι Ηνωμένες Πολιτείες κατάφεραν επί δεκαετίες να επιβάλουν την ηγεμονία τους μέσω οικονομικών αποκλεισμών, «έγχρωμων επαναστάσεων» και πολιτικής ή στρατιωτικής ανατροπής αντίπαλων καθεστώτων.
Παράλληλα, δημιούργησαν ένα εκτεταμένο δίκτυο συμμαχιών μέσω της πώλησης οπλικών συστημάτων και της παροχής υποσχέσεων ασφαλείας, με αντάλλαγμα την άσκηση επιρροής στις κυρίαρχες αποφάσεις άλλων κρατών.
Ο Trump επέβαλε επί χρόνια οικονομική πίεση στο Ιράν.
Όταν απέτυχε να επιβάλει τις απαιτήσεις του σχετικά με ζητήματα κυριαρχίας και τον τερματισμό της ιρανικής υποστήριξης προς κινήματα αντίστασης, και όταν δεν κατάφερε να πετύχει τους στόχους του μέσω αντικαθεστωτικών οργανώσεων, μισθοφόρων και δικτύων κατασκοπείας, στράφηκε στη στρατιωτική επιλογή.
Ως ύστατη λύση, οι ΗΠΑ επιχείρησαν να εφαρμόσουν εναντίον του Ιράν τη στρατηγική του «σοκ και δέους», όμως βρέθηκαν αντιμέτωπες με την αντοχή της Τεχεράνης.

Σύμφωνα με τους αναλυτές, το Ιράν κατάφερε να επιφέρει σημαντικά πλήγματα στο Ισραήλ, χτυπώντας στόχους βαθιά στο εσωτερικό των ισραηλινών εδαφών και επιτυγχάνοντας πρωτοφανή αποτελέσματα.
Η Τεχεράνη φέρεται επίσης να διείσδυσε στα πολυεπίπεδα αντιπυραυλικά συστήματα του Ισραήλ και των ΗΠΑ, χρησιμοποιώντας προηγμένους πυραύλους και μη επανδρωμένα αεροσκάφη.
Οι οργανώσεις του λεγόμενου «Άξονα της Αντίστασης» ενεργοποίησαν τη στρατηγική της «ενότητας των μετώπων», μετατρέποντάς την σε μια μη αναστρέψιμη εξίσωση αποτροπής στην περιοχή.
Πρόκειται, κατά την ίδια ανάλυση, για στρατηγικό επίτευγμα που εμβάθυνε την αμερικανική κρίση και υπονόμευσε την αποτρεπτική ισχύ και αξιοπιστία της Ουάσιγκτον.
Η υποβάθμιση της αμερικανικής ισχύος θεωρείται επικίνδυνο προηγούμενο, καθώς ενθαρρύνει άλλους δρώντες που μέχρι σήμερα φοβούνταν να αντιπαρατεθούν με τις ΗΠΑ.
Επιπλέον, αναφέρεται ότι η χρήση ασύμμετρων μέσων πολέμου από το Ιράν παρουσίασε την αμερικανική στρατιωτική ισχύ ως «χάρτινη τίγρη», η οποία μπορεί να αντιμετωπιστεί με σχετικά φθηνά όπλα και ανορθόδοξες στρατηγικές.
Κατά την ανάλυση αυτή, πρόκειται για υπαρξιακή απειλή προς την αμερικανική ηγεμονία, η οποία βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στη λεγόμενη «ήπια ισχύ», στην προβολή ισχύος και στην αποτροπή μέσω φόβου.

2. Εσωτερικοί κίνδυνοι για τις ΗΠΑ
Ο πρόσφατος πόλεμος είχε, σύμφωνα με τoυς αναλυτές, σημαντικές επιπτώσεις και στο εσωτερικό των Ηνωμένων Πολιτειών.
Πέρα από τη μείωση της δημοτικότητας του Trump, την οποία – όπως αναφέρεται – καταγράφουν οι δημοσκοπήσεις, η σύγκρουση προκάλεσε βαθιές πολιτικές διαφωνίες στους αμερικανικούς πολιτικούς κύκλους, ακόμη και εντός του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος.
Παράλληλα, ο πόλεμος οδήγησε σε αύξηση των τιμών των καυσίμων και των λιπασμάτων, συμβάλλοντας στην άνοδο του πληθωρισμού και ενισχύοντας τη λαϊκή δυσαρέσκεια.
Σημαντικότερο είναι ότι κλονίστηκε η εμπιστοσύνη των Αμερικανών πολιτών στην ικανότητα της χώρας τους να επιλύει διεθνείς συγκρούσεις.
Η εξέλιξη αυτή ενδέχεται να έχει μακροπρόθεσμες πολιτικές συνέπειες.

3. Απειλή για τις δομικές σχέσεις ΗΠΑ – Ισραήλ
Παρότι οι ΗΠΑ θεωρούνται ο βασικός διαμορφωτής των στρατηγικών επιλογών του Ισραήλ και αξιοποιούν τη σχέση αυτή για την εξυπηρέτηση των συμφερόντων τους, η εμπειρία του πρόσφατου πολέμου αύξησε το κόστος διατήρησης αυτής της σχέσης.
Στο εσωτερικό των Ηνωμένων Πολιτειών ακούστηκαν με πρωτοφανή ένταση δημόσιες φωνές που μιλούν για σύγκρουση συμφερόντων μεταξύ των δύο πλευρών.
Οι επικριτές της αμερικανικής στήριξης προς το Ισραήλ υποστηρίζουν ότι η υποστήριξη αυτή εμπλέκει τις ΗΠΑ σε περιφερειακές συγκρούσεις, υπονομεύει το διεθνές κύρος τους και επιβαρύνει τον αμερικανικό λαό.

4. Αμφισβήτηση της αμερικανικής παρουσίας στον Περσικό Κόλπο
Από την υπογραφή της Συμφωνίας του Quincy το 1945, η σχέση μεταξύ των ΗΠΑ και της Σαουδικής Αραβίας, καθώς και άλλων χωρών του Κόλπου, βασιζόταν στην αρχή της παροχής προστασίας με αντάλλαγμα στρατηγικά και οικονομικά οφέλη.
Ωστόσο, ο πόλεμος αποκάλυψε το πόσο ευάλωτη είναι αυτή η σχέση, καθώς οι ΗΠΑ απέτυχαν ακόμη και να προστατεύσουν πλήρως τις δικές τους βάσεις και δυνάμεις στην περιοχή.
Η εξέλιξη αυτή δημιουργείσοβαρές αμφιβολίες στα κράτη του Κόλπου σχετικά με την αποτελεσματικότητα της αμερικανικής ομπρέλας ασφαλείας.
Ήδη διακρίνονται ενδείξεις ανησυχίας και δυσαρέσκειας στις χώρες του Κόλπου αναφορικά με το κόστος του πολέμου, την αμερικανική αποτυχία και την αντίληψη ότι η Ουάσιγκτον έδωσε προτεραιότητα στην υποστήριξη του Ισραήλ έναντι των συμφερόντων των περιφερειακών συμμάχων της.










































