Και ίσως τα κατάφερε, αλλά όχι με τον τρόπο που φανταζόταν.
Ο πόλεμος κατά του Ιράν, που παρουσιάστηκε ως επίδειξη αμερικανικής ισχύος και αποφασιστικότητας, εξελίχθηκε σε μια σύγκρουση που αποκάλυψε τα όρια της στρατιωτικής υπεροχής των ΗΠΑ και άφησε πίσω της ένα τοπίο γεμάτο… γεωπολιτικά ερείπια.
Αναλυτές υποστηρίζουν ότι από τον πόλεμο στον Περσικό κόλπο, όλοι οι εμπλεκόμενοι και … οι «ισχυροί» βγήκαν από τον πόλεμο πιο αδύναμοι, πιο εξουθενωμένοι και με ακόμα μεγαλύτερη γεύση αβεβαιότητας για αυτό που έρχεται…
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον μάλιστα προκαλεί και η άποψη ότι στο νέο τοπίο που έχει διαμορφωθεί πλέον στη Μέση Ανατολή κανείς δεν είναι αρκετά ισχυρός για να επιβάλει την τάξη, αλλά όλοι είναι αρκετά ισχυροί για να προκαλέσουν χάος…
Ίσως αυτό είναι και το πιο βέβαιο συμπέρασμα που μπορεί να εξαχθεί: ότι δηλαδή η Μέση Ανατολή από αυτόν τον πόλεμο βγήκε πιο ασταθής, πιο επικίνδυνη και πιο απρόβλεπτη από ποτέ… σε σημείο όπου όλες οι μεγάλες δυνάμεις πληρώνουν βαρύ τίμημα και κανείς δεν μπορεί να επιβάλει τη δική του τάξη πραγμάτων…
Ο Trump πέτυχε… τον στόχο του
Όπως αναφέρει σε ανάλυση του το Foreign Policy, κατά τη δεύτερη ορκωμοσία του, ο Πρόεδρος των ΗΠΑ Donald Trump εξέφρασε την ελπίδα ότι «οι πρόσφατες προεδρικές εκλογές θα μείνουν στην ιστορία ως οι σπουδαιότερες και πιο καθοριστικές εκλογές στην ιστορία των ΗΠΑ».
Με την ήττα του στον πόλεμο του Κόλπου, ο Trump πέτυχε αυτόν τον στόχο.
Η απόφασή του να ξεκινήσει μια στρατιωτική εκστρατεία κατά του Ιράν ενθαρρύνθηκε από άλλους, αλλά ήταν αποκλειστικά δική του επιλογή.
Η απόφαση αυτή οδήγησε σε μια ανατροπή που συνιστά στρατηγική καταστροφή πολύ μεγαλύτερη από την αμερικανική ήττα στον πόλεμο του Βιετνάμ.

Πόλεμος με το Ιράν
Η ήττα στον πόλεμο με το Ιράν, επιφανειακά, δεν μοιάζει με άλλες στρατιωτικές ήττες των ΗΠΑ.
Η ταχύτητα των εξελίξεων και η γεωγραφική απόσταση του πολέμου δημιούργησαν μια αίσθηση εξωπραγματικότητας.
Ο Λευκός Οίκος δεν κάηκε όπως το 1814, ούτε υπήρξαν μαζικές διαδηλώσεις κατά μιας ανύπαρκτης επιστράτευσης.
Ακόμη και από τη Doha, στο Κατάρ, μπορούσε κανείς να διερωτηθεί εάν πράγματι βρίσκεται… σε εμπόλεμη ζώνη…
Η περιορισμένη απώλεια αμερικανικών ζωών αποκρύπτει επίσης το μέγεθος της ήττας.
Ο πόλεμος υπήρξε αιματηρός: χιλιάδες Ιρανοί, στρατιώτες και άμαχοι, έχασαν τη ζωή τους.
Οι αμερικανικές απώλειες, ωστόσο, ήταν πολύ μικρότερες· μέχρι σήμερα λιγότεροι από 20 Αμερικανοί στρατιώτες έχουν σκοτωθεί, πολλοί από αυτούς σε μία μόνο επίθεση.
Η σκοτεινή σελίδα του … Βιετνάμ
Συγκριτικά, η κλίμακα αυτού που οι Βιετναμέζοι αποκαλούν «Αμερικανικό Πόλεμο» είναι συγκλονιστική.
Εκατομμύρια άνθρωποι, κυρίως άμαχοι, σκοτώθηκαν σε περισσότερο από μία δεκαετία συγκρούσεων στους ουρανούς και τις ζούγκλες της Νοτιοανατολικής Ασίας.
Από αυτούς, σχεδόν 60.000 ήταν Αμερικανοί.
Η εμπειρία ήταν τόσο τραυματική ώστε, για μία ολόκληρη γενιά, όταν οι Αμερικανοί χρησιμοποιούσαν τη λέξη «Βιετνάμ», δεν αναφέρονταν στη χώρα ή στην κοινωνία της, για την οποία παρέμειναν σε μεγάλο βαθμό αδαείς ακόμη και μετά από χρόνια πολέμου.
Στην αμερικανική συνείδηση, το Βιετνάμ είχε μετατραπεί σε σύμβολο μιας αμερικανικής εμπειρίας.
Για πολλούς απλούς πολίτες συμβόλιζε την προσωπική απώλεια.
Για ορισμένες ελίτ αποτελούσε προειδοποίηση για την αλαζονεία της ισχύος, ενώ για άλλους ήταν ένα λάθος που εμπόδισε τη σωστή στρατηγική σκέψη.
Υπήρχε πάντως εθνική συναίνεση ότι το Βιετνάμ αποτελούσε μια σκοτεινή σελίδα της αμερικανικής ιστορίας.

Το πιο δύσκολο ερώτημα
Το πιο δύσκολο ίσως ερώτημα σήμερα είναι γιατί οι Ηνωμένες Πολιτείες πολέμησαν τόσο σκληρά σε μια σύγκρουση που τελικά αποδείχθηκε σχετικά ασήμαντη για τα στρατηγικά τους συμφέροντα.
Ήδη από το 1964, εσωτερικές κυβερνητικές συζητήσεις αμφισβητούσαν τη «θεωρία του ντόμινο», σύμφωνα με την οποία η επικράτηση του κομμουνισμού σε μία χώρα θα οδηγούσε στην εξάπλωσή του στις γειτονικές.
Το γεγονός ότι ο πόλεμος αποδείχθηκε τελικά περιορισμένης σημασίας για τις ΗΠΑ δεν σημαίνει ότι ήταν ασήμαντος.
Η αποσταθεροποίηση της Νοτιοανατολικής Ασίας είχε βαρύ τίμημα.
Οι μαζικοί τάφοι της Καμπότζης αποτελούν σιωπηλή μαρτυρία των συνεπειών μιας σύγκρουσης που ξεπέρασε τα σύνορα του Βιετνάμ και συνεχίστηκε ακόμη και μετά την επίσημη ειρήνευση.
Ωστόσο, για τις ίδιες τις Ηνωμένες Πολιτείες, οι συνέπειες της ήττας ήταν μακροπρόθεσμα σχετικά περιορισμένες.
Οι ΗΠΑ βγήκαν νικήτριες από τον Ψυχρό Πόλεμο και το Βιετνάμ αποτελεί σήμερα μια χώρα εκπληκτικά φιλική προς την Ουάσιγκτον.
Η σύγκριση με τον πόλεμο του Trump
Η κατάσταση μετά τον πόλεμο του Donald Trump στο Ιράν είναι εντελώς διαφορετική για τις ΗΠΑ.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκονται αναμφισβήτητα σε ασθενέστερη θέση από ό,τι πριν ξεκινήσουν αυτή τη σύγκρουση, ενώ βασικοί στρατηγικοί τους στόχοι έχουν υποστεί ζημιά.
Σε αντίθεση με τον πόλεμο του 1990-91 για την απελευθέρωση του Κουβέιτ από τον Saddam Hussein, όπου η καταστροφή του ιρακινού στρατού εντυπωσίασε τον κόσμο, η τεχνολογική υπεροχή των αμερικανικών όπλων στον πόλεμο με το Ιράν επισκιάστηκε από τα περιορισμένα αποθέματα και τις αδυναμίες της αμερικανικής πολεμικής μηχανής.
Η εικόνα που θα μείνει από αυτή τη σύγκρουση δεν θα είναι η τεχνολογική υπεροχή, αλλά οι αιματοβαμμένες σχολικές τσάντες Ιρανών μαθητριών που σκοτώθηκαν εξαιτίας ενός φαινομενικού σφάλματος σε βάση δεδομένων.

Αποτυχία
Παράλληλα, παρότι τα αμερικανικά αμυντικά συστήματα απέδωσαν ικανοποιητικά απέναντι στους ιρανικούς πυραύλους και τα drones αυτοκτονίας, το Ιράν κατάφερε να τα διαπεράσει σε κρίσιμες περιπτώσεις, εγείροντας ερωτήματα για την αποτελεσματικότητά τους σε έναν μεγαλύτερο ή μακροχρόνιο πόλεμο.
Σε στρατηγικό επίπεδο, οι συνέπειες είναι ακόμη πιο σοβαρές.
Οι ΗΠΑ πέτυχαν μια μορφή «αλλαγής καθεστώτος», αλλά όχι αυτή που επιδίωκαν.
Αντί να μετατρέψουν την Τεχεράνη σε πειθήνιο σύμμαχο, ο πόλεμος ενίσχυσε τις πιο σκληροπυρηνικές δυνάμεις, με αποτέλεσμα οι Φρουροί της Ισλαμικής Επανάστασης να αποκτήσουν ακόμη μεγαλύτερη επιρροή.
Τα αμερικανικά και ισραηλινά πλήγματα, όσο αποτελεσματικά κι αν ήταν τις πρώτες ημέρες, ανέδειξαν τα όρια των καθαρά στρατιωτικών λύσεων.
Το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν έχει πλέον επιβιώσει από δύο κύματα κοινών αεροπορικών επιθέσεων Ισραήλ και ΗΠΑ και θεωρείται απίθανο μια τρίτη προσπάθεια να έχει πολύ διαφορετικό αποτέλεσμα.

Πλήγμα στην αμερικανική ηγεσία
Οι επιπτώσεις στην παγκόσμια ηγετική θέση των ΗΠΑ είναι ακόμη βαθύτερες.
Οι περιφερειακοί σύμμαχοι, πολλοί από τους οποίους φέρονται να είχαν αντιταχθεί στην εκστρατεία, επωμίστηκαν μεγάλο μέρος του κόστους.
Το σημαντικότερο είναι ότι το Ιράν συνειδητοποίησε πως η δυνατότητά του να διακόψει τη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Hormuz μπορεί να του προσφέρει τεράστια οικονομική επιρροή σε παγκόσμιο επίπεδο.
Η ελευθερία της ναυσιπλοΐας αποτελεί θεμελιώδη στρατηγικό στόχο των ΗΠΑ εδώ και περισσότερους από δύο αιώνες.
Ο πιθανός περιορισμός της ελεύθερης διέλευσης από τα Στενά του Hormuz θα μπορούσε να σηματοδοτήσει τη μετατροπή των εμπορικών οδών σε γεωπολιτικό όπλο, με σοβαρές και διαρκείς συνέπειες για το παγκόσμιο εμπόριο.

Δύσκολη η αποχώρηση
Ο τρόπος με τον οποίο τελειώνει ένας πόλεμος αποκαλύπτει συχνά τόσα όσα και ο τρόπος με τον οποίο αρχίζει.
Μετά το Βιετνάμ, οι Ηνωμένες Πολιτείες μπόρεσαν σε μεγάλο βαθμό να απομακρυνθούν από την περιοχή και να επικεντρωθούν σε σημαντικότερα στρατηγικά μέτωπα.
Στην περίπτωση του Περσικού Κόλπου, μια αντίστοιχη αποχώρηση θα είναι πολύ δυσκολότερη.
Η παγκόσμια οικονομία είναι σήμερα πολύ πιο διασυνδεδεμένη απ’ ό,τι τη δεκαετία του 1970.
Ο Κόλπος αποτελεί κρίσιμο κόμβο όχι μόνο για τους υδρογονάνθρακες αλλά και για προϊόντα όπως το ήλιο, τα λιπάσματα και το αλουμίνιο.
Επιπλέον, οι στενοί δεσμοί των ΗΠΑ με το Ισραήλ καθιστούν απίθανη μια πλήρη αποχώρηση από την περιοχή και αυξάνουν την πιθανότητα νέων, ίσως ακόμη πιο έντονων συγκρούσεων.
«Γιατί;»
Οι Ηνωμένες Πολιτείες, ανεξαρτήτως του ποιος θα βρίσκεται στην εξουσία, θα αντιμετωπίσουν αυτές τις συνέπειες ενώ θα είναι αποδυναμωμένες τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό.
Οι σύμμαχοί τους θα έχουν λιγότερη εμπιστοσύνη στις δυνατότητές τους, η κοινή γνώμη θα είναι λιγότερο πρόθυμη να υποστηρίξει ακόμη και χρήσιμες διεθνείς δεσμεύσεις και οι αντίπαλοί τους θα είναι περισσότερο διατεθειμένοι να αμφισβητήσουν τη βούληση της Ουάσιγκτον.
Αυτές οι συνέπειες ενδέχεται να αποδειχθούν πολύ πιο μακροχρόνιες και σοβαρές από την αμερικανική αποτυχία στο Βιετνάμ.
Ένα στοιχείο, ωστόσο, θα παραμείνει κοινό.
Σε μερικές δεκαετίες, οι φοιτητές που θα προσπαθούν να κατανοήσουν αυτή τη σύγκρουση θα θέτουν το ίδιο ερώτημα που τίθεται σήμερα για τον πόλεμο των ΗΠΑ στο Βιετνάμ: «Γιατί;». Οι ιστορικοί θα προσφέρουν πολλές τεκμηριωμένες απαντήσεις, αλλά καμία δεν θα είναι πραγματικά ικανοποιητική.
Ήττα για ΗΠΑ, Ισραήλ
Την ίδια στιγμή, αναλυτές του Foreign Policy υποστηρίζουν ότι με την ανακοίνωση μιας συμφωνίας-πλαισίου για τον τερματισμό του πολέμου στο Ιράν, η κυρίαρχη άποψη που διαμορφώνεται είναι ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ ηττήθηκαν.
Σύμφωνα με αυτή την οπτική, οι τακτικές και επιχειρησιακές επιτυχίες που πέτυχαν οι αμερικανικές και ισραηλινές ένοπλες δυνάμεις έκρυψαν μια βαθύτερη στρατηγική αποτυχία, καθώς καμία από τις δύο χώρες δεν πέτυχε τους πολιτικούς στόχους που επικαλέστηκε για να δικαιολογήσει τον πόλεμο.
Το ιρανικό καθεστώς επέζησε και βγήκε από τη σύγκρουση ακόμη πιο σκληροπυρηνικό, ενώ απέκτησε ένα νέο και ισχυρό διαπραγματευτικό χαρτί: τη δυνατότητα να κλείσει τα Στενά του Hormuz.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες βρέθηκαν για ακόμη μία φορά εμπλεκόμενες σε μια δαπανηρή σύγκρουση στη Μέση Ανατολή, η οποία έπληξε την αξιοπιστία τους απέναντι στους εταίρους τους, αποδυνάμωσε την αποτρεπτική τους ισχύ έναντι των αντιπάλων τους και μείωσε την επιχειρησιακή τους ετοιμότητα στον Ινδο-Ειρηνικό.
Παράλληλα, οι προσπάθειες του Ισραήλ να προωθήσει την εξομάλυνση των σχέσεών του με τη Σαουδική Αραβία και άλλα αραβικά κράτη του Κόλπου φαίνεται να έχουν υποστεί νέο πλήγμα, ενώ δεν κατάφερε να εξαλείψει την ιρανική απειλή στη μεταπολεμική περιφερειακή τάξη.

Όλοι χαμένοι
Ωστόσο, η εστίαση αποκλειστικά στις απώλειες των ΗΠΑ και του Ισραήλ παραβλέπει το γεγονός ότι σχεδόν όλοι οι εμπλεκόμενοι βγήκαν χαμένοι.
Ο πόλεμος άφησε κάθε βασικό παράγοντα πιο μακριά από τον στρατηγικό στόχο που επιδίωκε.
Δεν ανέδειξε έναν ξεκάθαρο νικητή ούτε δημιούργησε μια πιο σταθερή περιφερειακή τάξη.
Αντίθετα, επιτάχυνε τον κατακερματισμό, ενέτεινε την ανασφάλεια και επέβαλε κόστος σε όλες τις βασικές περιφερειακές και παγκόσμιες δυνάμεις, συμπεριλαμβανομένων του Ιράν, των αραβικών κρατών του Κόλπου, της Ρωσίας και της Κίνας.
Ο πόλεμος απέδειξε ότι καμία χώρα δεν μπορεί να διασχίσει αλώβητη τη νέα εποχή της παγκόσμιας αστάθειας.
Επιβίωση Ιράν με βαρύ τίμημα
Το Ιράν μπορεί να απέφυγε την κατάρρευση του καθεστώτος, αλλά το έκανε με τρόπο που περιόρισε τις μελλοντικές του επιλογές.
Η επιβίωση ήρθε με κόστος την αποδυνάμωση των σχέσεων με τους συμμάχους του, ένα πιο ασταθές περιβάλλον αποτροπής, οικονομική καταστροφή και λιγότερες δυνατότητες εθνικής ανάκαμψης.
Ούτε η Κίνα ούτε η Ρωσία ήταν διατεθειμένες να προστατεύσουν το Ιράν από τις αμερικανικές και ισραηλινές επιθέσεις, αποδεικνύοντας ότι οι σχέσεις αυτές είναι περισσότερο συναλλακτικές παρά πραγματικές συμμαχίες.
Μετά τον πόλεμο, η Τεχεράνη θα χρειαστεί να στηριχθεί ακόμη περισσότερο στους εταίρους της, αλλά από θέση μεγαλύτερης αδυναμίας και μειωμένης διαπραγματευτικής ισχύος.

Υπαρξιακό… το κόστος
Το οικονομικό κόστος ενδέχεται να αποδειχθεί υπαρξιακό.
Ο πόλεμος επιτάχυνε την κατάρρευση του ριάλ, τροφοδότησε τον πληθωρισμό και προκάλεσε ζημιές σε βασικές βιομηχανικές υποδομές, όπως χαλυβουργίες, ναυπηγεία και ενεργειακές εγκαταστάσεις.
Εάν επιβεβαιωθούν οι εκτιμήσεις για περισσότερες από ένα εκατομμύριο χαμένες θέσεις εργασίας κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης, τότε πρόκειται για μία από τις πιο οικονομικά αποσταθεροποιητικές περιόδους στην ιστορία της Ισλαμικής Δημοκρατίας.
Παράλληλα, το καθεστώς δεν είναι απαραίτητα πιο ασφαλές.
Ο πόλεμος φαίνεται να ενίσχυσε την εξουσία της στρατιωτικο-ασφαλείας ελίτ του Ιράν, ενδυναμώνοντας βραχυπρόθεσμα τον έλεγχο του κράτους.
Ωστόσο, συστήματα που κυριαρχούνται από μηχανισμούς ασφαλείας συχνά δυσκολεύονται μακροπρόθεσμα να διαχειριστούν τη λαϊκή δυσαρέσκεια, τις οικονομικές μεταρρυθμίσεις και την πολιτική προσαρμογή.
Έτσι, το Ιράν μπορεί να βγαίνει από τον πόλεμο πιο στρατιωτικοποιημένο, αλλά ταυτόχρονα πιο εύθραυστο.

Οι φόβοι των χωρών του Κόλπου επιβεβαιώθηκαν
Ο πόλεμος υλοποίησε ορισμένους από τους μεγαλύτερους φόβους των αραβικών κρατών του Κόλπου.
Οι ηγέτες τους αντιτάχθηκαν σε μια μεγάλη σύγκρουση με το Ιράν επειδή γνώριζαν ότι δεν θα μπορούσαν να ελέγξουν την κλιμάκωση, ενώ θα επωμίζονταν μεγάλο μέρος των συνεπειών.
Το κλείσιμο των Στενών του Hormuz από το Ιράν αποκάλυψε ότι η γεωγραφία αποτελεί θεμελιώδη αδυναμία στο επίκεντρο των οικονομικών τους μοντέλων.
Οι χώρες του Κόλπου έχουν αφιερώσει δεκαετίες στην προσπάθεια να μετατραπούν σε παγκόσμιους κόμβους χρηματοοικονομικών υπηρεσιών, logistics, τουρισμού, τεχνολογίας και, πιο πρόσφατα, τεχνητής νοημοσύνης.
Ωστόσο, ο πόλεμος κατέρριψε την εικόνα τους ως όασης σταθερότητας σε μια ταραγμένη περιοχή και αποκάλυψε την ευαλωτότητά τους απέναντι σε ιρανικές επιθέσεις.
Παρότι ενίσχυσε την ανάγκη απεξάρτησης από τα έσοδα των υδρογονανθράκων, παράλληλα δυσχεραίνει την υλοποίηση αυτής της στρατηγικής.
Επιπλέον, η σύγκρουση διεύρυνε το έλλειμμα εμπιστοσύνης μεταξύ των κρατών του Κόλπου και των Ηνωμένων Πολιτειών.
Ο πόλεμος ανέδειξε τα όρια της αμερικανικής «ομπρέλας ασφαλείας» και ενίσχυσε την απογοήτευση των χωρών του Κόλπου, οι οποίες θεωρούν ότι η Ουάσιγκτον δεν έδωσε επαρκή προτεραιότητα στις ανησυχίες τους.

Ρωσία και Κίνα: Βραχυπρόθεσμα κέρδη, μακροπρόθεσμες απώλειες
Η θέση της Ρωσίας αποδείχθηκε πιο περίπλοκη από ό,τι φαινόταν αρχικά.
Η Μόσχα επωφελήθηκε από την προσωρινή άνοδο των τιμών του πετρελαίου και από περιορισμένη ανακούφιση στις κυρώσεις.
Ωστόσο, ο πόλεμος επιτάχυνε εξελίξεις που υπονομεύουν τη ρωσική επιρροή στη Μέση Ανατολή.
Τα ρωσικά αντιαεροπορικά συστήματα στο Ιράν αποδείχθηκαν αναποτελεσματικά απέναντι στις αμερικανικές και ισραηλινές επιθέσεις.
Παράλληλα, ο Πρόεδρος της Ουκρανίας Volodymyr Zelensky αξιοποίησε τη σύγκρουση για να προωθήσει συνεργασίες με βασικά κράτη του Κόλπου και τη Συρία στον τομέα της άμυνας κατά των drones, περιορίζοντας περαιτέρω τα ρωσικά στρατηγικά περιθώρια.
Η υποστήριξη της Ρωσίας προς το Ιράν προκάλεσε οργή στις αραβικές χώρες του Κόλπου, ιδιαίτερα μετά το βέτο της Μόσχας σε ψήφισμα του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ στις 7 Απριλίου για την επαναλειτουργία των Στενών του Hormuz.
Ο πόλεμος αποκάλυψε επίσης τα όρια της ρωσικής διπλωματικής επιρροής, καθώς η Μόσχα δεν διαδραμάτισε ουσιαστικό ρόλο στη διαμόρφωση της τελικής έκβασης.

Παρόμοια είναι η εικόνα και για την Κίνα.
Το Πεκίνο επωφελήθηκε βραχυπρόθεσμα, εμφανιζόμενο πιο σταθερό και συγκρατημένο από τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Παράλληλα, η φθορά της αμερικανικής στρατιωτικής ετοιμότητας στον Ινδο-Ειρηνικό βελτίωσε τη σχετική θέση της Κίνας.
Ωστόσο, υπέστη και σημαντικές απώλειες.
Η σύγκρουση έθεσε σε κίνδυνο επενδύσεις δισεκατομμυρίων δολαρίων στο Ιράν στο πλαίσιο της Πρωτοβουλίας «Belt and Road».
Επιπλέον, επιδείνωσε τις σχέσεις της με τις χώρες του Κόλπου, καθώς το Πεκίνο δεν κατάφερε να πείσει την Τεχεράνη να ανοίξει ξανά τα Στενά του Hormuz και συντάχθηκε με τη Ρωσία στο βέτο του ΟΗΕ.
Αυτό αποκάλυψε τα όρια της κινεζικής επιρροής στο Ιράν και προκάλεσε έντονη δυσαρέσκεια στους Άραβες ηγέτες, οι οποίοι θεώρησαν ότι η Κίνα είτε δεν μπορούσε είτε δεν επιθυμούσε να προστατεύσει τα οικονομικά τους συμφέροντα και τις δικές της επενδύσεις.

Ένας κόσμος χωρίς νικητές
Σε ευρύτερο επίπεδο, ο πόλεμος απειλεί και τα μελλοντικά οικονομικά συμφέροντα της Κίνας.
Το Πεκίνο υπήρξε ένας από τους μεγαλύτερους ωφελημένους της σχετικής προβλεψιμότητας του παγκόσμιου οικονομικού συστήματος.
Ωστόσο, η σύγκρουση άνοιξε ένα επικίνδυνο «κουτί της Πανδώρας».
Η εργαλειοποίηση στρατηγικών θαλάσσιων περασμάτων, οι επιθέσεις σε κρίσιμες πολιτικές υποδομές και η κανονικοποίηση της οικονομικής καταναγκαστικής πίεσης δημιουργούν προηγούμενα που ενδέχεται τελικά να βλάψουν την Κίνα εξίσου ή και περισσότερο από τους ανταγωνιστές της.
Το βασικό δίδαγμα του πολέμου με το Ιράν είναι ότι ακόμη και οι ισχυρότερες χώρες αδυνατούν πλέον να μετατρέψουν τη στρατιωτική υπεροχή σε πολιτικό έλεγχο στο νέο γεωπολιτικό περιβάλλον της Μέσης Ανατολής.
Ο πόλεμος δεν αναδιαμόρφωσε τη Μέση Ανατολή γύρω από μια νέα ισορροπία δυνάμεων.
Αντίθετα, αποκάλυψε μια περιοχή όπου κάθε παράγοντας μπορεί να επιβάλλει κόστος στους αντιπάλους του, αλλά κανείς δεν μπορεί να επιβάλλει τάξη.












































