Πόσο βιώσιμη είναι η συμφωνία Τραμπ-Ιράν για τον τερματισμό του πολέμου;

63

Του Κώστα Ράπτη

Πόσο βιώσιμο θα αποδειχθεί το μνημόνιο συνεννόησης που πρόκειται να υπογράψουν την Παρασκευή οι ΗΠΑ και το Ιράν; Η συζήτηση δικαίως επικεντρώνεται τη στιγμή αυτή στις ειδικότερες (και όχι ακόμη πλήρως αποσαφηνισμένες) προβλέψεις αυτής της ενδιάμεσης συμφωνίας, λ.χ. την χρονικότητα της άρσης του αποκλεισμού του Oρμούζ και των ιρανικών λιμένων, σε συνδυασμό με την απελευθέρωση δεσμευμένων κονδυλίων και την δυνατότητα πώλησης πετρελαίου εκτός κυρώσεων που διεκδικεί το Ιράν.

Όμως οι σημαντικότερες προκλήσεις για το μέλλον είναι περισσότερο δομικές.

Η πρώτη αφορά τη θεμελιώδη δυσπιστία του Ιράν έναντι των ΗΠΑ και κάθε συμφωνημένης λύσης εν γένει, αφότου ο Τραμπ κατά την πρώτη του προεδρική θητεία απέσυρε τη χώρα του από τη διεθνή συμφωνία JCPOA του 2015 για το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα και διέταξε τον φόνο του στρατηγού Κάσεμ Σολεϊμανί, ενώ αυτός εκτελούσε διπλωματική αποστολή. Πόσω μάλλον που κατά τη δεύτερη θητεία του ο Τραμπ εξαπέλυσε δύο φορές επίθεση κατά του Ιράν, εν μέσω συνομιλιών που φέρονταν να εξελίσσονται παραγωγικά. Για τους Ιρανούς ιθύνοντες, η τωρινή υπαναχώρηση του ενοίκου του Λευκού Οίκου ενδέχεται να μην είναι παρά ένα τέχνασμα για να ανασυνταχθούν οι αμερικανικές στρατιωτικές δυνάμεις και να προσπερασθεί ο “κάβος” των ενδιάμεσων εκλογών το φθινόπωρο στις ΗΠΑ.

Η δεύτερη μείζων πρόκληση συνίσταται στο γεγονός ότι η μεν έναρξη του πολέμου στις 28 Φεβρουαρίου περιλάμβανε τρεις εμπλεκόμενους (ΗΠΑ και Ισραήλ εναντίον Ιράν), το δε μνημόνιο συνεννόησης αποτελεί προϊόν ιρανο-αμερικανικής διαπραγμάτευσης, μολονότι αφορά το “σύνολο των μετώπων”, άρα και τις ενέργειες του εβραϊκού κράτους στον Λίβανο. Θα συμφιλιωθεί το Ισραήλ με την πραγματικότητα αυτή που διαμορφώθηκε ερήμην του και ενάντια στις προθέσεις του, θα προσπαθήσει να την ανατρέψει, θα πειθαναγκασθεί από τον Τραμπ ή τι; Η ανατροπή είναι θεμελιώδης, διότι η στρατηγική αέναου πολέμου του Ισραήλ προεξοφλεί την στήριξη των ΗΠΑ, η οποία αποκαλύπτεται πλέον ότι δεν είναι απεριόριστη, δεδομένου του κόστους που έχει να πληρώσει η υπερδύναμη σε άλλα πεδία ενδιαφέροντός της.

Η τρίτη πρόκληση έχει να κάνει με το γεγονός ότι κάθε συμβαλλόμενο μέρος διαπερνάται από σοβαρές αντιθέσεις. Στην αμερικανική πλευρά αυτό κωδικοποιείται στην διάσταση ανάμεσα σε ό,τι εκφράζει ο αντιπρόεδρος Τζ. Ντ. Βανς (και πλέον υιοθετεί και ο πρόεδρος Τραμπ) αφενός και ό,τι υποστηρίζουν “ιέρακες” σαν τους υπουργούς Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο και Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ. Η υπόγεια διαμάχη άπτεται διαφορετικών φιλοσοφιών ως προς το μέλλον της αμερικανικής ηγεμονίας (αναδίπλωση από μέτωπα που αποτελούν πολυτέλεια και επικέντρωση στον οικονομικό ανταγωνισμό με την Κίνα ή επιμονή στην οδό της “σιδηράς πυγμής” παγκοσμίως) και βεβαίως θα λειτουργήσει καθοριστικά στην μονομαχία των Βανς και Ρούμπιο για την διαδοχή του Τραμπ το 2028. Ομοίως, από ιρανικής πλευράς οι πρώτες διαδηλώσεις οπαδών των σκληροπυρηνικών μόλις έγινε γνωστή η συμφωνία με τις ΗΠΑ αποκαλύπτουν τις εντάσεις εντός του συνασπισμού εξουσίας. Και τα ερωτήματα γίνονται περισσότερο δύσκολα, αν αναλογισθούμε ότι δεν είναι ακόμη σαφές προς τα έξω σε ποιον βαθμό ελέγχει τα πράγματα ο ανώτατος ηγέτης Μοτζταμπά Χαμενεϊ, ενώ η λήξη του πολεμικού συναγερμού θα ξαναφέρει στο προσκήνιο τις διεκδικήσεις του ιρανικού πληθυσμού για μια καλύτερη τύχη, σε φάση που τα οικονομικά ανταλλάγματα δεν θα εισρέουν απαραιτήτως με τον προσδοκώμενο από το καθεστώς ρυθμό.

Η τελευταία πρόκληση αφορά το γεγονός ότι η προς υπογραφή συμφωνία είναι ακριβώς ενδιάμεση: φιλοδοξεί να επιλύσει παρενέργειες της ίδιας της κήρυξης του πολέμου (π.χ. αποκλεισμός του Oρμούζ), εξασφαλίζοντας ένα περιθώριο 60 ημερών για την ουσιαστική διαπραγμάτευση επί των προϋπαρχόντων βαθύτερων ζητημάτων, όπως το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα. Το ότι πέραν του πυρηνικού προγράμματος η Τεχεράνη δεν είναι διόλου διατεθειμένη να αγγίξει άλλα ζητήματα αμερικανικού ενδιαφέροντος (π.χ. βαλλιστικοί πύραυλοι, “περιφερειακή συμπεριφορά”) δεν αποτελεί συνταγή επιτυχίας του δεύτερου γύρου διαπραγματεύσεων. Ούτε άλλωστε στον ίδιο τον πυρηνικό φάκελλο είναι λογικό να αναμένει κανείς ότι η ιρανική πλευρά θα πάει πιο πίσω από τη συμφωνία που είχε υπογραφεί ο Ομπάμα και ο Τραμπ επιθυμεί διακαώς να υπερκεράσει.

Θα μείνει η ενδιάμεση συμφωνία διηνεκώς ενδιάμεση, αν ο δεύτερος γύρος διαπραγματεύσεων δεν οδηγήσει πουθενά; Θα αρκεσθούν οι δύο πλευρές απλώς στην ανανέωση της μη εμπόλεμης κατάστασης, αποδεχόμενες το ουσιαστικό αδιέξοδο; Νά ένα καλό ερώτημα για τους επόμενους δύο μήνες.

ΠΗΓΗ Capital

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ προσθέστε το σχόλιό σας
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας