Οικονομικό ολοκαύτωμα – Το επόμενο ενεργειακό σοκ τελειώνει την αμερικανική ηγεμονία – Kίνα και Ρωσία στο τιμόνι της νέας διεθνούς τάξης

107
Η διακοπή των ενεργειακών ροών από τον Περσικό Κόλπο προκαλεί πληθωριστικές πιέσεις, οικονομικές αναταράξεις και μια παγκόσμια αναδιάταξη ισχύος που ευνοεί την Κίνα και τη Ρωσία
Μια ενεργειακή κρίση ιστορικών διαστάσεων βρίσκεται σε εξέλιξη, με τη δυναμική να αναδιατάξει την παγκόσμια οικονομία και να επιταχύνει τη μετάβαση προς έναν πολυπολικό κόσμο.
Με το Ιράν να ελέγχει τα Στενά του Hormuz και τις Ηνωμένες Πολιτείες να επιβάλλουν ουσιαστικά αποκλεισμό στον Περσικό Κόλπο, έως και το ένα πέμπτο της παγκόσμιας προσφοράς πετρελαίου έχει αποσυρθεί από την αγορά.
Από τα Στενά του Hormuz διέρχονται καθημερινά περίπου 20 εκατ. βαρέλια πετρελαίου και συμπυκνωμάτων, ποσότητα που αντιστοιχεί σχεδόν στο 20% της παγκόσμιας κατανάλωσης.
Παράλληλα, μέσω της ίδιας θαλάσσιας οδού διακινείται περίπου το 25%-30% του παγκόσμιου εμπορίου υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG), γεγονός που καθιστά την περιοχή τον σημαντικότερο ενεργειακό κόμβο του πλανήτη.

Ακόμη και αν οι θαλάσσιες μεταφορές επανεκκινούσαν αύριο, η ζημιά έχει ήδη γίνει.
Τα στρατηγικά αποθέματα εξαντλούνται, οι εφοδιαστικές αλυσίδες έχουν διαταραχθεί και η πετρελαϊκή παραγωγή δεν μπορεί απλώς να επανέλθει στα προηγούμενα επίπεδα από τη μία ημέρα στην άλλη.
Οι χαμένοι θα είναι πολλοί και οι κερδισμένοι λίγοι
Μεγάλο μέρος του κόσμου βρίσκεται αντιμέτωπο με ένα νέο κύμα πληθωρισμού, οικονομικής στασιμότητας και κοινωνικών αναταραχών.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις διεθνών οργανισμών, κάθε αύξηση 10 δολαρίων στην τιμή του πετρελαίου αφαιρεί από 0,1 έως 0,3 ποσοστιαίες μονάδες από τον παγκόσμιο ρυθμό ανάπτυξης και προσθέτει έως 0,4 ποσοστιαίες μονάδες στον πληθωρισμό των ανεπτυγμένων οικονομιών.
Η Αφρική αναμένεται να υποστεί το μεγαλύτερο πλήγμα, καθώς οι ελλείψεις λιπασμάτων ωθούν τις τιμές των τροφίμων υψηλότερα και επιδεινώνουν ήδη υπάρχουσες αδυναμίες.
Η Κίνα και η Ρωσία είναι οι χώρες που φαίνεται να ωφελούνται περισσότερο. Η Κίνα είναι ο μεγαλύτερος εισαγωγέας πετρελαίου στον κόσμο και βραχυπρόθεσμα θα αντιμετωπίσει δυσκολίες.
Ωστόσο, είναι ταυτόχρονα ο μεγαλύτερος παραγωγός τεχνολογιών πράσινης ενέργειας παγκοσμίως και οι εξαγωγές της ενισχύονται χάρη στην πετρελαϊκή κρίση.
Η Ρωσία, από την πλευρά της, είναι ο τρίτος μεγαλύτερος παραγωγός πετρελαίου και ο δεύτερος μεγαλύτερος εξαγωγέας.
Διαθέτοντας αυτό που χρειάζεται ο υπόλοιπος κόσμος, αποκτά τη δυνατότητα να αξιοποιήσει τη διαπραγματευτική της ισχύ ώστε να πετύχει χαλάρωση κυρώσεων και περιορισμό της διεθνούς στήριξης προς την Ουκρανία.

Η ψευδαίσθηση της σταθερότητας

Ο πόλεμος που διεξάγουν οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ εναντίον του Ιράν έχει προκαλέσει, τη σοβαρότερη πετρελαϊκή κρίση της σύγχρονης ιστορίας.
Κατά την πετρελαϊκή κρίση του OPEC το 1973 και κατά τη διάρκεια του Πολέμου του Κόλπου, περίπου το 7% της παγκόσμιας προσφοράς πετρελαίου βγήκε εκτός αγοράς για διάστημα πέντε και δύο μηνών αντίστοιχα.
Στην περίπτωση του πολέμου με το Ιράν, έως και το 20% της παγκόσμιας προσφοράς έχει χαθεί για περισσότερους από τρεις μήνες.
Η έκπληξη δεν είναι το μέγεθος της διαταραχής, αλλά η ψυχραιμία που εξακολουθούν να επιδεικνύουν οι αγορές.
Κατά την κρίση του OPEC οι τιμές του πετρελαίου τετραπλασιάστηκαν, ενώ στον Πόλεμο του Κόλπου διπλασιάστηκαν.
Ο πόλεμος με το Ιράν οδήγησε αρχικά τις τιμές σχεδόν 70% υψηλότερα από τα προπολεμικά επίπεδα, όμως στη συνέχεια σταθεροποιήθηκαν περίπου 30% πάνω από αυτά.
Σήμερα, κάθε άνοδος κατά 1 δολάριο στην τιμή του Brent μεταφράζεται σε επιπλέον κόστος περίπου 35 δισ. δολαρίων ετησίως για τις χώρες που εισάγουν πετρέλαιο.
Για την Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία εισάγει πάνω από το 95% των αναγκών της σε αργό πετρέλαιο, μια παρατεταμένη άνοδος των τιμών θα μπορούσε να αυξήσει το ενεργειακό της κόστος κατά δεκάδες δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως.
Εδώ και μήνες, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Donald Trump υπόσχεται μόνιμη εκεχειρία και επαναλειτουργία των Στενών του Hormuz.
Παράλληλα, η Κίνα έχει περάσει χρόνια προετοιμαζόμενη για ένα ενδεχόμενο μεγάλης σύγκρουσης στη Δυτική Ασία, αυξάνοντας σημαντικά τα στρατηγικά αποθέματα πετρελαίου της.
Σήμερα χρησιμοποιεί αυτά τα αποθέματα αντί να αγοράζει πετρέλαιο από τις διεθνείς αγορές, μειώνοντας τις εισαγωγές στα χαμηλότερα επίπεδα σχεδόν δεκαετίας και συμβάλλοντας στη συγκράτηση των τιμών.
Αντίστοιχη στρατηγική ακολουθούν και οι Ηνωμένες Πολιτείες.
Στιγμιότυπο_οθόνης_2026-06-13_151045.png
Οι τελευταίες τρεις εβδομάδες καταγράφηκαν ως η περίοδος με τις μεγαλύτερες αποδεσμεύσεις στρατηγικών αποθεμάτων πετρελαίου στην αμερικανική ιστορία.
Παρά ταύτα, οι αγορές δεν φαίνεται να λειτουργούν με απόλυτα ορθολογικούς όρους.
Οι traders και οι αναλυτές στοιχηματίζουν ότι Ουάσιγκτον και Τεχεράνη θα καταλήξουν τελικά σε συμφωνία και η προσφορά θα επανέλθει στα φυσιολογικά επίπεδα.
Ελάχιστοι επιθυμούν να ποντάρουν σε μακροχρόνια υψηλές τιμές, μόνο και μόνο για να δουν μια διπλωματική εξέλιξη να ανατρέπει τις θέσεις τους.
Η αισιοδοξία αυτή μπορεί να ωφελεί βραχυπρόθεσμα τους καταναλωτές, ωστόσο ενδέχεται να καταστήσει την τελική προσαρμογή ακόμη πιο επώδυνη.
Υψηλότερες τιμές θα ενθάρρυναν την εξοικονόμηση ενέργειας και θα ανάγκαζαν τις κυβερνήσεις να λάβουν έκτακτα μέτρα.
Αντί γι’ αυτό, η κατανάλωση συνεχίζεται σχεδόν αμετάβλητη, παρότι έχει χαθεί το 20% της παγκόσμιας προσφοράς πετρελαίου.

Η προσφορά δεν επανέρχεται με το πάτημα ενός διακόπτη

Ακόμη και στο πιο αισιόδοξο σενάριο, η ενεργειακή κρίση απέχει πολύ από το τέλος της.
Η επαναλειτουργία των Στενών του Hormuz δεν θα αποκαθιστούσε άμεσα τις ροές πετρελαίου.
Πηγάδια που έχουν διακόψει τη λειτουργία τους μπορεί να χρειαστούν εβδομάδες για να επιστρέψουν σε πλήρη παραγωγική ικανότητα.
Τα δεξαμενόπλοια που αναχωρούν από τον Περσικό Κόλπο χρειάζονται περίπου 40 ημέρες για να φθάσουν στους προορισμούς τους, ενώ πρόσφατες αναφορές κάνουν λόγο για ακόμη μεγαλύτερες καθυστερήσεις.
Πολλά πλοία παρέμειναν ακινητοποιημένα επί μήνες σε ρηχά ύδατα, με αποτέλεσμα να καλυφθούν από θαλάσσιους οργανισμούς που μειώνουν την απόδοσή τους και απαιτούν καθαρισμό προτού επανέλθουν σε κανονική λειτουργία.
Παραμένει, επίσης, ασαφές το μέγεθος των ζημιών στις πετρελαϊκές υποδομές.
Εξίσου αβέβαιο είναι κατά πόσον οι ναυτιλιακές εταιρείες και οι ασφαλιστές θα είναι πρόθυμοι να δραστηριοποιηθούν σε μια θαλάσσια περιοχή που ενδέχεται να παραμένει ναρκοθετημένη.

Για όλους αυτούς τους λόγους, η Goldman Sachs εκτιμά ότι ακόμη και σε περίπτωση πλήρους επαναλειτουργίας των Στενών του Hormuz, θα χρειαστούν περίπου τρεις μήνες για να αποκατασταθεί το 70% της παραγωγής πετρελαίου του Περσικού Κόλπου.
Ακόμη και τότε, η παγκόσμια αγορά θα εξακολουθεί να στερείται περίπου το 6% της προσφοράς της – ποσοστό αντίστοιχο με εκείνο των πετρελαϊκών κρίσεων του 1973 και του 1990.
Τα στρατηγικά αποθέματα δεν είναι ανεξάντλητα
Τα στρατηγικά αποθέματα πετρελαίου βοήθησαν να απορροφηθεί μέρος των κραδασμών.
Ωστόσο, αυτό δεν μπορεί να συνεχιστεί επ’ αόριστον.
Τα αμερικανικά στρατηγικά αποθέματα βρίσκονται ήδη στο χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων δύο ετών.
Μέσα στις επόμενες ημέρες αναμένεται να υποχωρήσουν στο χαμηλότερο επίπεδο από τη δεκαετία του 1970, όταν ξεκίνησε η συγκρότησή τους.
Οι ΗΠΑ διαθέτουν σήμερα περίπου 357 εκατ. βαρέλια πετρελαίου στα στρατηγικά τους αποθέματα, ενώ οι τρεις μεγαλύτερες αποδεσμεύσεις στην ιστορία τους σημειώθηκαν μέσα στις τελευταίες τρεις εβδομάδες.
Με τον τρέχοντα ρυθμό, τα αποθέματα επαρκούν θεωρητικά για ακόμη 40 εβδομάδες.
Στην πράξη, όμως, δεν μπορούν να μηδενιστούν.
Το πετρέλαιο αποθηκεύεται σε υπόγειες αλατούχες κοιλότητες και η υπερβολικά γρήγορη άντλησή του εγκυμονεί τον κίνδυνο κατάρρευσης των εγκαταστάσεων.
Ρεαλιστικά, τα αποθέματα μπορούν να μειωθούν έως περίπου τα 150 εκατ. βαρέλια, γεγονός που αφήνει περιθώριο μόλις 20 εβδομάδων — ακριβώς πριν από τη θερινή περίοδο, όταν η ζήτηση για καύσιμα κορυφώνεται.
Για τον λόγο αυτό, ακόμη και οι πιο αισιόδοξοι αναλυτές εμπορευμάτων εκτιμούν ότι οι τιμές στο τέλος του έτους θα παραμείνουν κατά 25% υψηλότερες σε σχέση με τα προπολεμικά επίπεδα.
Ανάλογες αυξήσεις αναμένονται στο φυσικό αέριο και στα λιπάσματα.
Ο κόσμος δύσκολα θα δει σύντομα επιστροφή σε φθηνά εμπορεύματα και χαμηλό ενεργειακό κόστος.

Ποιος πληρώνει το κόστος και ποιος κερδίζει

«Μια παρατεταμένη διακοπή λειτουργίας των Στενών του Hormuz συνιστά τη μεγαλύτερη απειλή για τις παγκόσμιες ενεργειακές αγορές εδώ και δεκαετίες», αναφέρει έκθεση της Wood Mackenzie (6/6/2026).
Η εταιρεία εκτιμά ότι εάν οι διαταραχές συνεχιστούν για ακόμη τέσσερις μήνες, η παγκόσμια οικονομία θα εισέλθει σε ύφεση.
Οι επιπτώσεις, ωστόσο, δεν θα είναι ίδιες για όλους.
Η Αφρική αναμένεται να πληγεί περισσότερο.
Σε πολλές αφρικανικές χώρες σχεδόν το μισό εισόδημα των νοικοκυριών κατευθύνεται ήδη στην αγορά τροφίμων.
Τα ορυκτά καύσιμα αποτελούν βασική πρώτη ύλη για την παραγωγή λιπασμάτων και περίπου το 30% των παγκόσμιων ροών λιπασμάτων διέρχεται από τα Στενά του Hormuz.
Οι αγρότες περιορίζουν ήδη την παραγωγή τους καθώς οι τιμές του θείου έχουν τριπλασιαστεί.
Η εμπειρία της περιόδου 2007-2008 υπενθυμίζει τους κινδύνους: η εκτίναξη των τιμών των τροφίμων προκάλεσε μαζικές διαδηλώσεις και ταραχές σε χώρες όπως η Μπουρκίνα Φάσο, το Καμερούν, η Ακτή Ελεφαντοστού, το Μαρόκο, η Μοζαμβίκη, η Σενεγάλη και η Τυνησία, ενώ στην Αίγυπτο οδήγησε ακόμη και σε γενική απεργία.

Κίνα και Ρωσία ως οι μεγάλοι ωφελημένοι

Η Κίνα αντιμετωπίζει βραχυπρόθεσμες δυσκολίες καθώς περίπου το ένα τρίτο των εισαγωγών πετρελαίου της προέρχεται από τον Περσικό Κόλπο.
Η χώρα εισάγει καθημερινά περισσότερα από 11 εκατ. βαρέλια αργού πετρελαίου, ενώ διαθέτει στρατηγικά αποθέματα που εκτιμάται ότι καλύπτουν πάνω από 90 ημέρες καθαρών εισαγωγών.
Ωστόσο, διαθέτει σημαντικά πλεονεκτήματα που οι περισσότερες χώρες δεν έχουν.
Παράγει περίπου το 80% των παγκόσμιων φωτοβολταϊκών πάνελ, το 80% των μπαταριών και το 75% των ηλεκτρικών οχημάτων.
Η βιομηχανία καθαρής ενέργειας της Κίνας αποτιμάται σε περίπου 2 τρισ. δολάρια και αντιστοιχούσε στο ένα τρίτο της οικονομικής ανάπτυξης της χώρας το 2025.
Οι επενδύσεις της Κίνας στην «πράσινη» οικονομία ξεπέρασαν τα 800 δισ. δολάρια το 2025, ενώ οι κινεζικές επιχειρήσεις κυριαρχούν στις αλυσίδες παραγωγής κρίσιμων ορυκτών και τεχνολογιών ενεργειακής μετάβασης.
Η αύξηση των εξαγωγών πράσινων τεχνολογιών δεν ενισχύει μόνο τα έσοδά της, αλλά και τη θέση της ως προμηθευτή ενεργειακής ασφάλειας σε έναν ασταθή κόσμο.
Η Ρωσία, ωστόσο, ίσως αποδειχθεί ο μεγαλύτερος κερδισμένος.
Ως δεύτερος μεγαλύτερος εξαγωγέας πετρελαίου και φυσικού αερίου παγκοσμίως, διαθέτει τη δυνατότητα να τροφοδοτεί αγορές τόσο μέσω του Ατλαντικού όσο και μέσω του Ειρηνικού.
Κάθε αύξηση κατά 10 δολάρια στην τιμή του πετρελαίου μεταφράζεται σε δισεκατομμύρια επιπλέον έσοδα για τον ρωσικό προϋπολογισμό.
Το 2025 τα έσοδα από πετρέλαιο και φυσικό αέριο αντιστοιχούσαν περίπου στο ένα τρίτο των συνολικών κρατικών εσόδων της χώρας.
Όταν οι τιμές του πετρελαίου εκτοξεύθηκαν το 2007, η Ρωσία κατέγραψε τον δεύτερο υψηλότερο ρυθμό ανάπτυξης μετά τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης.
Πλέον, ολοένα περισσότερες χώρες στρέφονται προς τη Μόσχα για να διασφαλίσουν ενεργειακές προμήθειες και να περιορίσουν το κόστος.
Η Βρετανία και οι ΗΠΑ έχουν ήδη χαλαρώσει ορισμένους περιορισμούς στις εισαγωγές ρωσικού πετρελαίου, ενώ η Ινδία ενισχύει συνεχώς τη συνεργασία της με τη Ρωσία σε τομείς όπως η ναυπηγική βιομηχανία και η κινητικότητα εργαζομένων.
Ακόμη και στην Ευρώπη, οι εισαγωγές ρωσικού φυσικού αερίου βρίσκονται στα υψηλότερα επίπεδα από το 2022.
Στιγμιότυπο_οθόνης_2026-05-17_165354.png
Η Ευρώπη στο επίκεντρο της πίεσης: Πληθωρισμός ή ύφεση;

Η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται ανάμεσα στους μεγαλύτερους χαμένους της κρίσης. Η βιομηχανία της Γερμανίας, της Ιταλίας και της Γαλλίας παραμένει ιδιαίτερα ευάλωτη στις αυξήσεις των τιμών ενέργειας, ενώ η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα κινδυνεύει να βρεθεί αντιμέτωπη με ένα δύσκολο δίλημμα: υψηλότερος πληθωρισμός ή ασθενέστερη ανάπτυξη.
Το φαινόμενο του στασιμοπληθωρισμού — χαμηλή ανάπτυξη και επίμονα υψηλός πληθωρισμός — που σημάδεψε τη δεκαετία του 1970 επανέρχεται ως ένας από τους μεγαλύτερους κινδύνους για την ευρωπαϊκή οικονομία.

Η νέα κρίση μετά την κρίση

Η σημασία της παρούσας κρίσης υπερβαίνει κατά πολύ τα όρια της αγοράς ενέργειας.
Ακόμη και στο πιο ευνοϊκό σενάριο, οι υψηλότερες τιμές, οι ελλείψεις πρώτων υλών και οι διαταραχές στην οικονομική δραστηριότητα έχουν πλέον ενσωματωθεί στην παγκόσμια οικονομία για πολλούς μήνες.
Οι χώρες που φαίνεται να είναι καλύτερα προετοιμασμένες για να αντέξουν το σοκ δεν είναι κατ’ ανάγκη εκείνες που κυριάρχησαν στην προηγούμενη εποχή της παγκοσμιοποίησης.
Η Κίνα διαθέτει ενεργειακές εναλλακτικές, βιομηχανική ισχύ και τεχνολογική κλίμακα.
Η Ρωσία εξακολουθεί να αποτελεί μία από τις ελάχιστες δυνάμεις που μπορούν να προμηθεύσουν τον κόσμο με τους υδρογονάνθρακες από τους οποίους εξακολουθεί να εξαρτάται.
Σε ολόκληρη την Αφρική αλλά και στον ευρύτερο Παγκόσμιο Νότο, οι κυβερνήσεις ενδέχεται να αναγκαστούν να αναζητήσουν νέους εταίρους εκτός της δυτικής σφαίρας επιρροής, καθώς οι οικονομικές πιέσεις εντείνονται.
Πέρα από τη γεωπολιτική διάσταση, η κρίση στα Στενά του Hormuz συνιστά μια τεράστια αναδιανομή παγκόσμιου πλούτου.
Οι εισαγωγείς ενέργειας – Ευρώπη, Ιαπωνία, Νότια Κορέα και μεγάλο μέρος της Αφρικής – θα δουν τα εμπορικά τους ελλείμματα να διευρύνονται.
Αντίθετα, οι εξαγωγείς υδρογονανθράκων, με πρώτη τη Ρωσία αλλά και χώρες όπως η Σαουδική Αραβία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και το Κατάρ, θα αποκομίσουν υπερέσοδα εκατοντάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων.
Η ενεργειακή κρίση δεν αποτελεί απλώς μια διαταραχή στις αγορές.
Αποτελεί έναν μηχανισμό μεταφοράς οικονομικής και γεωπολιτικής ισχύος από τη Δύση προς την Ευρασία, επιταχύνοντας την ανάδυση μιας πολυπολικής διεθνούς τάξης.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ προσθέστε το σχόλιό σας
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας