Αναλυτές προειδοποιούν ότι μια πρόωρη κίνηση θα μπορούσε να θυμίσει τις ευρέως επικριθείσες αυξήσεις επιτοκίων πριν από 15 χρόνια, οι οποίες αργότερα ανατράπηκαν καθώς βάθαινε η κρίση χρέους της Ευρώπης
Μπροστά σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι βρίσκεται -για ακόμα μία φορά- η ΕΚΤ, καθώς η ένταση στη Μέση Ανατολή και το συνεπακόλουθο ενεργειακό σοκ αναζωπυρώνουν τις πληθωριστικές πιέσεις, αναγκάζοντας τη Φρανκφούρτη να εξετάσει σοβαρά μια νέα αύξηση των επιτοκίων στην προσεχή της συνεδρίαση (11/6/2026).
Ωστόσο, καθώς η οικονομία της Ευρωζώνης παρουσιάζει ήδη εμφανή σημάδια κόπωσης, κορυφαίοι αναλυτές και οικονομολόγοι κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου, προειδοποιώντας ότι μια λανθασμένη διάγνωση της συγκυρίας μπορεί να ξυπνήσει μνήμες από τα λάθη πολιτικής του 2008 και του 2011, οδηγώντας το μπλοκ σε μια αναίρεση πολιτικής ή, ακόμα χειρότερα, σε μια βαθιά, διπλή ύφεση.
Ο κίνδυνος
Σύμφωνα με το Bloomberg, έπειτα από μια στάση αναμονής που τήρησαν από τότε που ξέσπασε ο πόλεμος στο Ιράν, οι αξιωματούχοι της ΕΚΤ φαίνονται τώρα πεπεισμένοι ότι απαιτείται αύξηση επιτοκίων για να αποτραπεί το ενδεχόμενο οι σταθερά υψηλές τιμές της ενέργειας να πυροδοτήσουν ένα ευρύτερο κύμα πληθωρισμού. Ωστόσο, τα επιχειρήματα υπέρ της επιφυλακτικότητας παραμένουν ισχυρά, καθώς η οικονομία της ευρωζώνης κλονίζεται και υπάρχει κίνδυνος οι επενδυτές να ερμηνεύσουν οποιαδήποτε κίνηση ως την πρώτη μιας σειράς αυξήσεων.
Αυτό το δίλημμα οδηγεί ορισμένους αναλυτές στο να υποστηρίζουν ότι η ΕΚΤ μπορεί να περιμένει κι άλλο, ώστε να αξιολογήσει πόσο επίμονο θα είναι το σοκ, ιδιαίτερα καθώς οι ΗΠΑ και το Ιράν εργάζονται προς την κατεύθυνση μιας ειρηνευτικής συμφωνίας. Προειδοποιούν ότι μια πρόωρη κίνηση θα μπορούσε να θυμίσει τις ευρέως επικριθείσες αυξήσεις επιτοκίων πριν από 15 χρόνια, οι οποίες αργότερα ανατράπηκαν καθώς βάθαινε η κρίση χρέους της Ευρώπης.
«Η ΕΚΤ φαίνεται αποφασισμένη πάση θυσία να αποδείξει την αξιοπιστία της», δήλωσε ο Davide Oneglia της TS Lombard. «Οι αυξήσεις του 2011 ήταν ένα ξεκάθαρο λάθος πολιτικής και η επανάληψή του είναι ένας από τους μεγαλύτερους κινδύνους που αντιμετωπίζουμε, με την ΕΚΤ να είναι τόσο προσηλωμένη στις προσδοκίες για τον πληθωρισμό και στα τραύματα που άφησε πίσω της η εμπειρία του 2022».
Το δίλημμα των προσδοκιών
Αξιωματούχοι της νομισματικής πολιτικής, από το hawkish μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής, Isabel Schnabel, μέχρι τον dovish διοικητή της ελληνικής κεντρικής τράπεζας, Γιάννη Στουρνάρα, αφήνουν να εννοηθεί ότι δεν μπορούν πλέον να «προσπερνούν» το ενεργειακό σοκ και ότι πρέπει να διαφυλάξουν την εμπιστοσύνη στη δέσμευση της ΕΚΤ να διατηρήσει τον πληθωρισμό στο 2%.
Η τελευταία μέτρηση για το μπλοκ των 21 εθνών έχει ήδη φτάσει στο 3,2%, με πιθανή περαιτέρω επιτάχυνση. Ακόμη και αν εξαιρεθεί το κόστος της ενέργειας και των τροφίμων, οι υποκείμενες πιέσεις έχουν κινηθεί απότομα υψηλότερα. Παράλληλα, τα σχέδια των επιχειρήσεων για αυξήσεις τιμών είναι ενισχυμένα, όπως και οι εκτιμήσεις των νοικοκυριών για την πορεία του πληθωρισμού από εδώ και στο εξής.
«Ο κίνδυνος αποσταθεροποίησης των προσδοκιών για τον πληθωρισμό αυξάνεται», προειδοποίησε η Schnabel την περασμένη εβδομάδα.
Δεν ανησυχούν όμως όλοι τόσο πολύ. Ορισμένοι αναλυτές αναφέρουν ότι ο ταχύτερος δομικός πληθωρισμός μπορεί να οφείλεται σε παράγοντες πέραν της μετακύλισης του ενεργειακού κόστους. Άλλοι βλέπουν ελάχιστα σημάδια αδικαιολόγητων ανοδικών πιέσεων σε ζητήματα όπως οι μισθοί, τουλάχιστον προς το παρόν.
«Όταν η ΕΚΤ προχωρά σε αυξήσεις προτού υπάρξουν ισχυρές αποδείξεις για δευτερογενείς επιπτώσεις, διακινδυνεύει μια αδικαιολόγητη σύσφιξη και αναλαμβάνει ρίσκο», δήλωσε η Michala Marcussen, επικεφαλής οικονομολόγος του ομίλου Societe Generale.
Μνήμες από το 2008 και το 2011
Τέτοια σενάρια θυμίζουν το 2008, όταν η ΕΚΤ αναγκάστηκε σε στροφή 180 μοιρών, ανακαλώντας μια αύξηση του Ιουλίου μόλις λίγους μήνες αργότερα, όταν κατέρρευσε η Lehman Brothers. Αλλά ακόμη περισσότεροι οικονομολόγοι το συγκρίνουν με το 2011, όταν η ΕΚΤ υπό τον πρόεδρο Jean–Claude Trichet αύξησε το κόστος δανεισμού δύο φορές, για να έρθει ο Mario Draghi να προχωρήσει σε μειώσεις προς το τέλος του έτους, αφού ανέλαβε τα ηνία.
Τότε, οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής ανησυχούσαν επίσης για τις εξάρσεις στις τιμές των εμπορευμάτων και της ενέργειας. Ωστόσο, υποτίμησαν την επισφαλή κατάσταση του χρηματοπιστωτικού συστήματος της περιοχής και τελικά η ευρωζώνη υπέστη μια διπλή ύφεση.
Η συζήτηση τροφοδοτείται από το γεγονός ότι η ΕΚΤ τοποθετείται ως ο πιο επιθετικός πολέμιος του πληθωρισμού μεταξύ των κεντρικών τραπεζών της G7, την ώρα που ομόλογοί της, όπως η Fed, υιοθετούν μια στάση αναμονής για να αξιολογήσουν τις επιπτώσεις από το Ιράν.
Η πιο πρόσφατη εμπειρία, το 2021-2022, έδειξε πάντως τους κινδύνους της αναμονής. Η επίθεση της Ρωσίας στην Ουκρανία συγκλόνισε τις αγορές ενέργειας και εκτόξευσε τον πληθωρισμό στο ιστορικό υψηλό του 10,6%. Παρά την πρωτοφανή εκστρατεία νομισματικής σύσφιξης, πολλοί υποστήριξαν ότι η ΕΚΤ έδρασε πολύ αργά.
Για τον πρώην επικεφαλής οικονομολόγο της ΕΚΤ, Peter Praet, «κάποια στιγμή πρέπει να δείξεις ότι είσαι πρόθυμος να δράσεις».
Επιχειρήματα υπέρ και κατά της αύξησης
Υπάρχουν και εκείνοι που θεωρούν δικαιολογημένη μια αύξηση των επιτοκίων, ακόμη και αν τα μεταβαλλόμενα δεδομένα επιβάλουν μια αναθεώρηση στη συνέχεια. Η οικονομική ανάπτυξη εξασθενεί, ιδίως στη Γαλλία. Η επιχειρηματική δραστηριότητα συρρικνώνεται με τον ταχύτερο ρυθμό από το 2024.
Η οικονομία της ευρωζώνης συρρικνώθηκε στις αρχές του 2026, αφού μια πρωτοφανής συρρίκνωση στην Ιρλανδία ανάγκασε σε αναθεώρηση των δεδομένων που αρχικά έδειχναν ασθενική ανάπτυξη. Εξαιρουμένων των ιρλανδικών στοιχείων, αναπτύχθηκε κατά 0,2%-0,3%, σύμφωνα με τους υπολογισμούς της Bantleon.
Οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής «θα δώσουν στους εαυτούς τους το περιθώριο να πουν ότι εάν η κατάσταση αλλάξει ουσιαστικά, εάν η οικονομία αρχίσει πραγματικά να επιδεινώνεται με τον τρόπο που δείχνουν ορισμένες από αυτές τις έρευνες, θα προχωρήσουμε σε μείωση», δήλωσε στην τηλεόραση του Bloomberg η Katharine Neiss από τη PGIM.
«Θα το κάνουν με τρόπο που τους δίνει τον χώρο να πράξουν κάτι τέτοιο χωρίς η αναστροφή να πλήξει την αξιοπιστία τους», είπε, προβλέποντας έναν «dovish τόνο».
Όπως και οι επενδυτές, έτσι και οι οικονομολόγοι βλέπουν δύο αυξήσεις επιτοκίων κατά ένα τέταρτο της μονάδας φέτος – ίσως αυτό που η πρόεδρος Christine Lagarde εννοούσε ως «μετρημένη προσαρμογή» σε μια υπέρβαση του πληθωρισμού που είναι μεγάλη αλλά αναμένεται να είναι προσωρινή. Βλέπουν, ωστόσο, τουλάχιστον μία μείωση στα μέσα του 2027.
Ο Jens Eisenschmidt, επικεφαλής ευρωπαϊκός οικονομολόγος της Morgan Stanley, ο οποίος έχει εργαστεί στην ΕΚΤ στο παρελθόν, προβλέπει δύο αυξήσεις τους επόμενους μήνες, με αμφότερες να αναιρούνται το επόμενο έτος. Αυτό το αποτέλεσμα δεν θα πρέπει, ωστόσο, να θεωρηθεί ως λάθος πολιτικής, σημείωσε.
Μια κίνηση τον Ιούνιο για την αντιμετώπιση του πληθωρισμού που βρίσκεται πάνω από τον στόχο και των αυξανόμενων προσδοκιών για τις τιμές «θα ήταν πιθανότατα μια προσεκτικά σταθμισμένη απόφαση υπό συνθήκες αβεβαιότητας», δήλωσε ο Eisenschmidt. «Αντίστοιχα, μια απόφαση για μείωση των επιτοκίων έναν χρόνο μετά θα είχε πιθανότατα ως κίνητρο την εκτίμηση ότι η ασφάλεια που παρείχε μια αυστηρότερη στάση πολιτικής δεν ήταν πλέον απαραίτητη».
Τέτοιες δικαιολογίες δεν γίνονται δεκτές από όλους. Ο Holger Schmieding, επικεφαλής οικονομολόγος της Berenberg, εκτιμά ότι η σύσφιξη της ΕΚΤ θα επιβαρύνει άσκοπα τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις, με τις πληθωριστικές πιέσεις να είναι πιθανό να εξασθενήσουν ούτως ή άλλως λόγω της οικονομικής αδυναμίας. Δεν υπάρχει «καμία ανάγκη για αύξηση από την ΕΚΤ εν μέσω δυστυχίας των καταναλωτών», είπε. Δεδομένων των αντιξοοτήτων στη ζήτηση, «η αναπόφευκτη προσωρινή έξαρση των τιμών φαίνεται απίθανο να μετατραπεί σε ένα παρατεταμένο πρόβλημα πληθωρισμού που πρέπει να αντιμετωπιστεί με αυξήσεις επιτοκίων».













































