Ελλάδα και Κύπρος: Προσοχή στο Ισραήλ και στο δηλητήριο των Βρετανικών βάσεων

52

Πρόσφατα, έπειτα από πυραυλική επίθεση στη βρετανική βάση στο Ακρωτήρι, η οποία φέρεται να προκάλεσε ζημιές σε υπόστεγο που φιλοξενούσε αμερικανικά κατασκοπευτικά αεροσκάφη, ο Κύπριος πρόεδρος Νίκος Χριστοδουλίδης δήλωσε στο BBC ότι οι βρετανικές βάσεις στην Κύπρο είναι ένα «αποικιακό κατάλοιπο» και ότι πρέπει να γίνουν συζητήσεις για το καθεστώς και το μέλλον τους.
Πρόσθεσε: «Όταν τελειώσει αυτή η δυσάρεστη κατάσταση στην Κύπρο, πρέπει να κάνουμε μια ειλικρινή συζήτηση για το καθεστώς των βρετανικών βάσεων και το μέλλον τους». Ακόμη και ο Μακάριος απέφυγε να εκφράσει δημοσίως τέτοιες απόψεις μετά την απατηλή ανεξαρτησία της Κύπρου το 1960.

Την ώρα που γράφω αυτές τις γραμμές, μέλη του ΝΑΤΟ, περιλαμβανομένης της
Ελλάδας, συγκλίνουν στρατιωτικά προς το μη κατεχόμενο μέρος της Κύπρου, με αεροσκάφη, πλοία και στρατιώτες. Το Ιράν είναι το πρόσχημα. Πριν εξαχθούν συμπεράσματα από την πρωτοφανή δήλωση του Χριστοδουλίδη, μια δήλωση με την οποία το ΑΚΕΛ θα συμφωνούσε ασφαλώς, είναι προφανές ότι έκανε αυτή τη δήλωση για να κατευνάσει τους Κύπριους ψηφοφόρους. Ας δούμε λίγη ιστορία, πριν καταλήξουμε.

Αναχρονισμός
Ήδη από το 1964, μετά το ξέσπασμα διακοινοτικής βίας ως αποτέλεσμα ενός βρετανικά
υποκινούμενου πακέτου 13 συνταγματικών τροποποιήσεων1

, το Foreign Office έγραφε:

«Μακροπρόθεσμα, τα κυριαρχικά μας δικαιώματα στις Κυρίαρχες Περιοχές Βάσεων θα θεωρούνται ολοένα και πιο ενοχλητικά από τους Ελληνοκυπρίους και θα εκλαμβάνονται όλο και περισσότερο ως αναχρονιστικά από την παγκόσμια κοινή γνώμη».2

Στη συνέχεια, μετά το πραξικόπημα κατά του
Μακαρίου το 1974 και την αδυναμία της Βρετανίας να σταματήσει την τουρκική εισβολή, η Βρετανία προσπάθησε έντονα να εγκαταλείψει τις βάσεις της, αλλά ο Κίσινγκερ δεν το επέτρεψε. Τα ακόλουθα αποσπάσματα τα λένε όλα: «Η κυβέρνηση των ΗΠΑ είναι πλέον σταθερά προσκολλημένη στην άποψη ότι η αποχώρηση από τις βάσεις μας στην Κύπρο θα είχε αποσταθεροποιητική επίδραση στην Ανατολική Μεσόγειο, με συνέπειες για τη Μέση Ανατολή.

Δεν πιστεύουμε ότι αυτό θα είχε κάποια σημαντική επίδραση στις αραβοϊσραηλινές σχέσεις· η επίδρασή του στις σχέσεις μεταξύ Τουρκίας, Ελλάδας και της Συμμαχίας θα εξαρτιόταν από τις συνθήκες υπό τις οποίες θα συνέβαινε. Ο Δρ Κίσινγκερ ειδικότερα ανησυχεί να “συνεχίσουμε να κατέχουμε αυτό το τετράγωνο της παγκόσμιας σκακιέρας”· εμείς δεν επιδιώκουμε πλέον έναν τέτοιο παγκόσμιο ρόλο. Αν και η προτιμώμενη πολιτική μας είναι η πλήρης βρετανική στρατιωτική αποχώρηση από την Κύπρο, αναγνωρίζουμε ότι δεν μπορούμε να το κάνουμε επί του παρόντος, δεδομένης της παγκόσμιας σημασίας τού να
συνεργαζόμαστε στενά με τους Αμερικανούς»

«Δεδομένης της απόφασής μας να μη χρησιμοποιήσουμε στρατιωτική δύναμη στην Κύπρο και του σχετικά μικρού βαθμού πίεσης που μπορούμε να ασκήσουμε στην Κύπρο, στην Ελλάδα και στην Τουρκία, αυτό μας φέρνει στη δυσάρεστη θέση να έχουμε ευθύνη χωρίς δύναμη. Αυτό δεν μας έχει αποφέρει απολύτως κανένα
πλεονέκτημα και πρέπει να είναι προς το βρετανικό συμφέρον να εργαστούμε για μια λύση που δεν θα περιλαμβάνει για τη Βρετανία καμία εγγυητική υποχρέωση ή άλλες διαρκείς δεσμεύσεις ως προς την Κύπρο. Μια τέτοια λύση είναι όμως μακρινή και θα είναι ιδιαίτερα δύσκολο να επιτευχθεί όσο διατηρούμε φυσική παρουσία στις Βάσεις».

Το 1977, έγγραφο του βρετανικού Υπουργείου Άμυνας
ανέφερε: «Εφόσον είναι απίθανο η Κυβέρνηση της Αυτού Μεγαλειότητος να εξετάσει στρατιωτική αποχώρηση από την Κύπρο διατηρώντας παράλληλα την κυριαρχία επί των Κυρίαρχων Περιοχών Βάσεων, κάθε σχέδιο στρατιωτικής αποχώρησης πρέπει να λάβει υπόψη την ανάγκη μεταβίβασης της κυριαρχίας των Κυρίαρχων Περιοχών Βάσεων στην κυβέρνηση της Κύπρου».

Τα βρετανικά στρατηγικά συμφέροντα στην Κύπρο είναι πλέον ελάχιστα. Η Κύπρος δεν υπήρξε ποτέ μέρος της στρατηγικής του ΝΑΤΟ και οι βάσεις μας εκεί δεν έχουν άμεσο ρόλο στο ΝΑΤΟ. Η στρατηγική αξία της Κύπρου για εμάς έχει μειωθεί απότομα από την εποχή της σχεδόν πλήρους αποχώρησής μας ανατολικά του Σουέζ. Αυτό θα παραμείνει έτσι και όταν ξανανοίξει η Διώρυγα του Σουέζ
Τελικά, όμως, με μια μεταστροφή και αντιφατικά, η Βρετανία υπέκυψε στην Αμερική, όπως είχε πράξει και στην περίπτωση της τουρκικής εισβολής, όπως καθίσταται σαφές από το εξής: «Τα οφέλη που αντλούμε από τις Κυρίαρχες Περιοχές Βάσεων είναι μείζονος σημασίας και ουσιαστικά αναντικατάστατα. Αποτελούν ουσιώδη συμβολή στην αγγλοαμερικανική σχέση. Τα Τμήματα έχουν εξετάσει τακτικά, με όσους εμπλέκονται, ποιες συνθήκες στην Κύπρο είναι οι πλέον ευνοϊκές για να διατηρήσουμε απρόσκοπτη χρήση των εγκαταστάσεών μας στις Κυρίαρχες Περιοχές Βάσεων.
Συνολικά, το συμπέρασμα είναι ότι μια πρόωρη “λύση” ίσως να μη βοηθούσε (αφού τότε θα
μπορούσαν να ενταθούν οι πιέσεις κατά των Κυρίαρχων Περιοχών Βάσεων), όπως επίσης δεν θα βοηθούσε και μια κατάρρευση και επιστροφή στη σύγκρουση, και ότι τα συμφέροντά μας εξυπηρετούνται καλύτερα από τη συνεχιζόμενη πορεία προς μια λύση — χωρίς την άμεση προοπτική άφιξης σε αυτήν».

Η τρέχουσα κατάσταση
Το 1975, το Foreign and Commonwealth Office έγραφε: «Πρέπει επίσης να αναγνωρίσουμε ότι, σε τελική ανάλυση, η Τουρκία πρέπει να θεωρείται σημαντικότερη για τα δυτικά στρατηγικά συμφέροντα από την Ελλάδα και ότι, αν πρέπει να αναληφθούν κίνδυνοι, αυτοί θα πρέπει να είναι κίνδυνοι  περαιτέρω επιδείνωσης των σχέσεων της Ελλάδας με τη Δύση και όχι της Τουρκίας».

Πέρα από νέα ονόματα και σημασιολογικές ακροβασίες, η κατάσταση είναι η ίδια και σήμερα, και ακόμη περισσότερο μετά την απερίσκεπτη αμερικανοϊσραηλινή επίθεση κατά του Ιράν. Επομένως, οι «βρετανικές» βάσεις στην Κύπρο είναι ζωτικής σημασίας, όπως είναι και η Σούδα στην Κρήτη, η Αλεξανδρούπολη και άλλες βάσεις στην Ελλάδα. Αυτό έχει δημιουργήσει την ψευδαίσθηση στη αφελή ελληνική κυβέρνηση ότι η σημασία της Τουρκίας για την Αμερική και το Ισραήλ έχει μειωθεί υπέρ της Ελλάδας. Οι μνήμες γίνονται ολοένα και πιο βραχείες: όχι μόνο ο Κίσινγκερ της Αμερικής κατέστησε δυνατή την τουρκική εισβολή, αλλά είχε ήδη γράψει ήδη από το 1957: «Για το προβλέψιμο μέλλον θα
πρέπει να μπορούμε να υπολογίζουμε […] στην Κύπρο ή στη Λιβύη ως ενδιάμεσες βάσεις για τη Μέση Ανατολή, και στη Μεγάλη Βρετανία ως ενδιάμεση βάση για την Ευρώπη».

Το ίδιο συμβαίνει
και σήμερα, με την Αμερική να αποπλανά την ελληνική κυβέρνηση ώστε να μετατραπεί σε ενεργειακό κόμβο για την Ουκρανία και σε εφαλτήριο για επίθεση στο Ιράν. Όσο για την Τουρκία, η Άγκυρα γνωρίζει ότι κρατά το ατού με τη βάση του ΝΑΤΟ στο Ιντσιρλίκ. Περιττό να ειπωθεί ότι η τουρκική κυβέρνηση τονίζει πως η βάση του Ιντσιρλίκ βρίσκεται υπό τουρκικό έλεγχο και ότι η Τουρκία επιθυμεί να παραμείνει ουδέτερη στον πόλεμο. Η υποτακτική ελληνική κυβέρνηση δεν θα τολμούσε να πράξει κάτι τέτοιο. Το χειρότερο απ’ όλα είναι ότι ο Μητσοτάκης έχει πλέον καταστήσει την Ελλάδα
νόμιμο στόχο για ιρανικούς πυραύλους.
Το πιο επικίνδυνο απ’ όλα είναι ότι η Ελλάδα έχει συμμετάσχει στη μαζική μεταφορά στρατιωτικών και ναυτικών μέσων του ΝΑΤΟ στην Κύπρο. Ο πρώην Έλληνας υπουργός Οικονομικών Γιάνης Βαρουφάκης δήλωσε πρόσφατα ότι η κυβέρνηση της χώρας του έστειλε φρεγάτες και μαχητικά αεροσκάφη στην Κύπρο μόνο και μόνο για να προστατεύσει τις βρετανικές βάσεις στο νησί και όχι για να προστατεύσει τον κυπριακό λαό: «Είναι μια αξιοθρήνητη κατάσταση. Ο πρωθυπουργός μας υποτίθεται ότι έστειλε τέσσερα F-16 και μια φρεγάτα για να προστατεύσει την Κύπρο. Στην πραγματικότητα, προστατεύει τη βρετανική βάση εκεί», δήλωσε στην τουρκική εφημερίδα Hürriyet.
Πρόσθεσε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες «χρησιμοποιούν αυτή τη γη για να σκοτώνουν ανθρώπους στη Γάζα και στο Ιράν».

Ένα ερώτημα και μια πιθανή απάντηση
Υπό κανονικές συνθήκες, οι δηλώσεις του Χριστοδουλίδη έρχονται σε αντίθεση με την πολιτική της Αθήνας, ιδιαίτερα δεδομένων των φιλοαμερικανικών συμφωνιών Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ. Συνεπώς, τίθεται το ερώτημα αν υπάρχει μια άλλη ατζέντα, ήδη συμφωνημένη από τις ΗΠΑ, το Ηνωμένο Βασίλειο, την Ελλάδα και την Κύπρο. Είναι γνωστό ότι οι ΗΠΑ θα προτιμούσαν μια λύση δύο κρατών
στην Κύπρο, με δύο διεθνώς αναγνωρισμένα κράτη, ανεξαρτήτως της λεκτικής προσήλωσης στο διεθνές δίκαιο και της αποτυχημένης πολιτικής της διζωνικής ομοσπονδίας. Η Τουρκία επιμένει σε μια χωριστή, διεθνώς αναγνωρισμένη Βόρεια Κύπρο, γνωρίζοντας ότι η Αμερική χρειάζεται περισσότερο την Άγκυρα παρά την Αθήνα (βλ. 1974), ανεξαρτήτως της αμερικανοελληνικής ερωτοτροπίας.

Από αυτό συνάγεται ότι το ΝΑΤΟ θα ενισχυόταν από δύο νέα κράτη στην Κύπρο, δημιουργημένα εκτός πλαισίου ΟΗΕ, έστω και προς οργή της Μόσχας. Εξ ου και οι «αντι-αποικιακές» δηλώσεις του
Χριστοδουλίδη για τις βρετανικές βάσεις. Σε μια τέτοια διευθέτηση, η Βρετανία θα εγκατέλειπε τις βάσεις της, παραδίδοντας το Ακρωτήρι στο ελληνοκυπριακό κράτος και τη Δεκέλεια στο τουρκικό. Με αυτή τη ρύθμιση, τα δύο νέα κράτη θα εντάσσονταν στο ΝΑΤΟ. Η διπλή ένωση δεν θα ήταν στην ημερήσια διάταξη, καθώς η Τουρκία δεν θα δεχόταν να επεκταθεί το σύνορό της με την Ελλάδα προς τα νοτιοδυτικά.

Το εβραϊκό κράτος
Όσο για το Ισραήλ, ένας τεράστιος αριθμός Ισραηλινών έχει φύγει για την Ελλάδα και την Κύπρο.
Αυτό είναι λογικό, πρώτον λόγω της συμμαχίας Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ, μιας ολοένα βαθύτερης στρατηγικής συνεργασίας επικεντρωμένης στην άμυνα, την ενέργεια και την ασφάλεια· και δεύτερον, επειδή η Ελλάδα, σε αντίθεση με άλλες χώρες, ήταν η πρώτη μετά τον τελευταίο παγκόσμιο πόλεμο που δημιούργησε έναν οργανισμό για να διαθέτει στους Εβραίους περιουσίες Εβραίων που είχαν πεθάνει χωρίς κληρονόμους. Η Οργάνωση Αποκαταστάσεως Ισραηλιτών Ελλάδος ιδρύθηκε για να
διαχειρίζεται τις περιουσίες αυτές. Κατανέμει χρήματα στο Κεντρικό Ισραηλιτικό Συμβούλιο Ελλάδος.
Ποιος ξέρει ποιες οικονομικές διευθετήσεις γίνονται τώρα για να δημιουργηθούν εβραϊκά «κράτη εν κράτει» στην Ελλάδα και την Κύπρο; Όσον αφορά την Κύπρο, αξίζει να θυμόμαστε ότι ακραίοι σιωνιστές θεωρούν την Κύπρο μέρος του Ισραήλ. Σύμφωνα με την ΤΝ, μια μεγάλη σφαγή Ελληνοκυπρίων φέρεται να διαπράχθηκε από Εβραίους εξεγερμένους κατά τον Πόλεμο του Κίτου το 117 μ.Χ., κυρίως στην πόλη της Σαλαμίνας. Αρχαίες πηγές, όπως ο Κάσσιος Δίων, εκτιμούσαν ότι 240.000 Έλληνες και Ρωμαίοι σκοτώθηκαν, γεγονός που οδήγησε σε νόμους που απαγόρευαν στους  Εβραίους να ζουν στο νησί, αν και ορισμένοι σύγχρονοι μελετητές υποστηρίζουν ότι αυτοί οι αριθμοί μπορεί να είναι υπερβολικοί. Εκείνο που είναι βέβαιο είναι ότι το εβραϊκό κράτος χρειάζεται την
Κύπρο για την ασφάλειά του, όπως το κατέστησε τόσο ξεκάθαρο ο Κίσινγκερ.

Συμπερασματικά
Στο παρασκήνιο, είναι σαφές ότι οι βρετανικές βάσεις, που οδήγησαν στη φαινομενική έκρηξη του Χριστοδουλίδη, ελέγχονται πλέον de facto από τις Ηνωμένες Πολιτείες του Ισραήλ, οι οποίες αποσκοπούν στον έλεγχο της Κύπρου και της Ελλάδας, ενδεχομένως στο πλαίσιο μιας συμφωνίας που θα νομιμοποιήσει το κατεχόμενο μέρος της Κύπρου. Το διεθνές δίκαιο πετιέται στον κάλαθο των αχρήστων.

Η Αθήνα δεν έχει το θάρρος της Άγκυρας να παίξει ένα έξυπνο παιχνίδι ισορροπιών.

William Mallinson

Αθήνα, 1 Απριλίου 2026
Ο William Mallinson, πρώην Βρετανός διπλωμάτης, είναι συγγραφέας, μεταξύ άλλων, των έργων
Cyprus, a Modern History (Bloomsbury), Guicciardini, Geopolitics and Geohistory: Understanding
Inter-State Relations (Palgrave Macmillan/Springer Nature) και, μαζί με τον Vassilis Fouskas, Cyprus 1974: Anatomy of an Invasion (Routledge).

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ προσθέστε το σχόλιό σας
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας