Η κυβέρνηση φαίνεται να πρωταγωνιστεί σε μία μεγάλη αντίφαση, υψηλού πολιτικού κόστους. Από την αρχή ζητούσε διάλογο με τους αγρότες, όμως εμμένει στα ίδια μέτρα, τα οποία αποφάσισε μονομερώς.
Το χαρούμενο και χαμογελαστό ύφος του υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης, Κώστα Τσιάρα, έξω από το Μέγαρο Μαξίμου –αμέσως μετά την ολοκλήρωση της τετράωρης συνάντησης της κυβέρνησης με τους αγρότες– αποδείχθηκε άτοπο. Λίγα λεπτά αργότερα, οι δηλώσεις τόσο των αγροτών όσο και του αρμόδιου υπουργού, μπροστά στις κάμερες επί της Ηρώδου Αττικού, ανέσυραν το συναίσθημα της ματαιότητας και αποκάλυψαν πως, για το Μαξίμου, ο «διάλογος» είναι συνώνυμος με τις «εξαγγελίες».
Έγκυρες πηγές που συμμετείχαν στη συνεδρίαση της Δευτέρας αναφέρουν ότι ο διάλογος έγινε μεν, ωστόσο ήταν εκ των προτέρων γνωστό στην πλευρά των αγροτών πως η κυβέρνηση δεν είχε να τους πει κάτι άλλο. «Η κυβέρνηση συζητά μόνο τεχνικά ζητήματα», λένε από το Μαξίμου, και είναι ευδιάκριτο ότι το ρήγμα μεταξύ του κυβερνώντος κόμματος και των αγροτών δεν έχει κλείσει, καθώς οι συναντήσεις έχουν περισσότερο επικοινωνιακό χαρακτήρα, με το σκεπτικό να μη μείνει η κυβέρνηση με τον «μουτζούρη» και να οδηγηθεί η αντιπαράθεση σε εκτόνωση. Σημειώνεται, τέλος, ότι η κυβέρνηση δεν απέσυρε ποτέ το plan B με πρόστιμα, δικογραφίες και αφαίρεση αδειών.
Αυτό πολύ απλά σημαίνει ότι στο τραπέζι βρίσκονται, πάνω-κάτω, τα ίδια μέτρα, τα οποία η κυβέρνηση είχε μονομερώς εξαγγείλει λίγο μετά τις γιορτές των Χριστουγέννων, όταν η ίδια κατηγορούσε τους αγρότες ότι αρνούνται τον διάλογο.
Είναι περιττό να αναλυθεί περαιτέρω το γεγονός ότι η κυβέρνηση, εν μέσω των εορτών και με αφορμή τα μπλόκα που είχαν στήσει οι διαμαρτυρόμενοι αγρότες, είχε αναπτύξει μία επιθετική ρητορική απέναντι στους αγρότες-συνδικαλιστές και τους επέκρινε για την άρνησή τους να συζητήσουν με τον πρωθυπουργό.
Τελικά, προ ολίγων ημερών, οι λεγόμενοι «πρόθυμοι» των μπλόκων συναντήθηκαν με τον πρωθυπουργό, παρά τη διαφωνία των συναδέλφων τους. Κατά τη διάρκεια της συνάντησης άκουσαν τα ίδια κυβερνητικά μέτρα, με μικροαλλαγές. Μετά την τότε συνάντηση με τους «πρόθυμους», ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης είχε δηλώσει: «Δεν πρόκειται να ανεχθούμε ούτε εκβιασμούς, ούτε παρανομίες, ούτε παραλογισμούς και, ασφαλώς, δεν θα αδικήσουμε την υπόλοιπη κοινωνία».

Συνάντηση του Πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη με εκπροσώπους αγροτών και κτηνοτρόφων,στο Μέγαρο Μαξίμου, στις 19 Ιανουαρίου, 2026.
Στέλνει μεν το μήνυμα πως είναι ανοιχτές οι πόρτες στον ώριμο διάλογο, αλλά λίγες ημέρες αργότερα, και μία ημέρα πριν συναντηθεί με τη δεύτερη «ομάδα» των αγροτών, αναρτά στην κυριακάτικη παρέμβασή του στα social media: «Οι αγρότες γνωρίζουν ότι το πλαίσιο των παρεμβάσεων που μπορεί να κάνει η κυβέρνηση έχει πρακτικά ήδη ανακοινωθεί. Και το πλαίσιο αυτό ορίζεται με σαφήνεια από τα δημοσιονομικά περιθώρια, τα οποία εξαντλήσαμε, την κοινωνική δικαιοσύνη και τους ευρωπαϊκούς κανόνες».
Και έτσι έγινε. Ο πρωθυπουργός συναντήθηκε τη Δευτέρα και με τους υπόλοιπους εκπροσώπους των μπλόκων, όπου, σύμφωνα με τον υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης, «το βασικό πλαίσιο είναι ξεκάθαρο» και πρόσθεσε ότι «τέθηκαν ορισμένα τεχνικά ζητήματα που η κυβέρνηση είναι διατεθειμένη να συζητήσει».
Εδώ ακριβώς παρατηρείται μία αντίφαση: ο βασικός κορμός της κριτικής της κυβέρνησης προς τους αγρότες ήταν η απροθυμία τους για διάλογο και το γεγονός ότι έκλειναν τους δρόμους εν μέσω εορτών. Όταν τελικά ο διάλογος πραγματοποιείται –μετά από περίπου 40 ημέρες στα μπλόκα– το Μαξίμου επαναλαμβάνει τις ήδη υπάρχουσες κυβερνητικές αποφάσεις και στελέχη της κυβέρνησης ξεκαθαρίζουν ότι δεν υπάρχει καμία περίπτωση αλλαγής του μίγματος μέτρων, την ίδια στιγμή που ευαγγελίζονται τη χρησιμότητα του διαλόγου..
Επομένως, εγείρονται εύλογα ερωτήματα: καταρχάς, κατά πόσο η κυβέρνηση ήθελε εξαρχής τον διάλογο. Δεύτερον, αν είχε όντως διάθεση να συζητήσει τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι αγρότες. Και τρίτον, αν η συζήτηση έχει μοναδικό και απώτερο σκοπό την επικοινωνιακή διαχείριση, ώστε να μη φτάσει η κατάσταση στα άκρα και να μη χρεωθεί αποκλειστικά το Μαξίμου οποιαδήποτε δυσάρεστη εξέλιξη.
Έγκυρες πηγές από την κυβέρνηση δεν αφήνουν περιθώριο για τη λήψη νέων μέτρων πέραν όσων έχουν ανακοινωθεί, επικαλούμενες τα δημοσιονομικά περιθώρια και τους ευρωπαϊκούς κανόνες. Είναι εμφανές πως από την αρχή η κυβέρνηση είχε χαράξει αυτή τη σκληρή στρατηγική και ως δείγμα αυτής της πολιτικής είναι οι τοποθετήσεις στελεχών της ΝΔ, τα οποία είχαν προχωρήσει σε εξίσωση των αγροτών με όσους έχουν παρανομήσει, ενώ υπήρξαν και ισχυρισμοί για υποκινούμενους αγρότες μέσω κομματικών γραμμών.

Η επιχείρηση της επικοινωνιακής διαχείρισης φαίνεται πως θα συνεχιστεί και μένει να φανεί με ποιον τρόπο, αλλά και αν, η κυβέρνηση θα καταφέρει να ξεφύγει από την παγίδα που η ίδια έστησε, πληγώνοντας περαιτέρω το πολιτικό της κεφάλαιο, καθώς από την αρχή ακολούθησε μία επιθετική και αντιφατική γραμμή απέναντι στα αιτήματα των αγροτών.
Δεδομένου ότι η κοινή γνώμη εμφανίζεται να τάσσεται υπέρ των αιτημάτων τους, παραμένει επίσης απορίας άξιο πώς θα διαχειριστεί μία ενδεχόμενη σύγκρουση με τον αγροτικό κόσμο και την πιθανή ενεργοποίηση του plan B, μέσω προστίμων και σχηματισμού δικογραφιών. Στην περίπτωση δηλαδή που οι κινητοποιήσεις συνεχιστούν, τη στιγμή που οι αγρότες καταγγέλλουν την αντιφατική στάση της κυβέρνησης περί διαλόγου, με προαποφασισμένα μέτρα.
ΠΗΓΗ in.gr














































