«Tρομερές» συνταγματικές παραβιάσεις από ανώτερους αξιωματούχους της κυβέρνησης Ντόναλντ Τραμπ κατήγγειλε την Πέμπτη 15 Ιανουαρίου ομοσπονδιακός δικαστής στις ΗΠΑ, αποκαλώντας μάλιστα τον πρόεδρο «αυταρχικό».
Δίχως να κρύβει την αγανάκτησή του ο διορισμένος από τον πρόεδρο Ρόναλντ Ρίγκαν δικαστής Γουίλιαμ Γιανγκ είπε ότι ο Ντόναλντ Τραμπ και κορυφαίοι αξιωματούχοι υιοθετούν μια «φοβική προσέγγιση» απέναντι στην ελευθερία του λόγου, η οποία θα επιδίωκε να «αποκλείσει από τη συμμετοχή όποιον δεν συμφωνεί μαζί τους».
Όπως αναφέρει η η Washington Post, ο Γιανγκ, άσκησε οξύτατη κριτική κατά τη διάρκεια ακροαματικής διαδικασίας στη Βοστώνη, σχετικά με τον καθορισμό κατάλληλων μέτρων αποκατάστασης για τις κρατήσεις φιλοπαλαιστινίων φοιτητών από την κυβέρνηση την περασμένη χρονιά.
Ο δικαστής είχε αποφανθεί τον Σεπτέμβριο ότι ανώτεροι κυβερνητικοί αξιωματούχοι ενεπλάκησαν σε παράνομη προσπάθεια σύλληψης και απέλασης φοιτητών λόγω του ακτιβισμού τους.
Την Πέμπτη, καταδίκασε εκ νέου τη συμπεριφορά της κυβέρνησης με ασυνήθιστα σκληρούς όρους. «Μιλώντας ευθέως», είπε, «το μεγάλο πρόβλημα σε αυτή την υπόθεση είναι ότι οι υπουργοί του υπουργικού συμβουλίου και, προφανώς, ο πρόεδρος των ΗΠΑ, δεν τιμούν την Πρώτη Τροπολογία».
Ο Γιάνγκ είπε ότι η υπουργός Εσωτερικής Ασφάλειας Κρίστι Λ. Νόεμ και ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο ενεπλάκησαν σε μια «αντισυνταγματική συνωμοσία» για τη στέρηση δικαιωμάτων από ανθρώπους,. «Ο υπουργός Εξωτερικών», σημείωσε, με φωνή γεμάτη απορία, «ο ανώτερος υπουργικός αξιωματούχος στην ιστορία μας που εμπλέκεται σε κάτι τέτοιο».
Η απάντηση από κυβέρνηση
Το βράδυ της Πέμπτης, η εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου Άννα Κέλι δήλωσε μέσω email ότι «είναι παράξενο αυτός ο δικαστής να μεταδίδει δημόσια την πρόθεσή του να εμπλακεί σε αριστερό ακτιβισμό εναντίον του δημοκρατικά εκλεγμένου Προέδρου των ΗΠΑ».
Η Τρίσια ΜακΛάφλιν, βοηθός υπουργός δημοσίων σχέσεων στο Υπουργείο Εσωτερικής Ασφάλειας, ανέφερε σε email ότι «δεν υπάρχει χώρος στις ΗΠΑ για τους υποστηρικτές τρομοκρατών από όλο τον κόσμο». Εκπρόσωπος του Ρούμπιο δεν απάντησε σε αίτημα για σχόλιο.
Η αμερικανική εφημερίδα υπενθυμίζει ότι οι κυβερνητικές ενέργειες που βρίσκονται στον πυρήνα της υπόθεσης ανάγονται στις αρχές Μαρτίου, όταν η κυβέρνηση Τραμπ ξεκίνησε εκστρατεία κράτησης και απέλασης μη πολιτών φοιτητών σε αμερικανικά πανεπιστήμια, οι οποίοι είχαν δραστηριοποιηθεί στην αντίθεση στον πόλεμο του Ισραήλ στη Γάζα.
Αν και δεν κατηγορήθηκαν για κανένα έγκλημα, όσοι συνελήφθησαν πέρασαν εβδομάδες έγκλειστοι σε κέντρα κράτησης της Υπηρεσίας Μετανάστευσης και Τελωνείων (ICE), σε ορισμένες περιπτώσεις εκατοντάδες μίλια μακριά από τον τόπο κατοικίας τους, προτού αφεθούν ελεύθεροι με εγγύηση.
Ενάγοντες στην υπόθεση είναι η Αμερικανική Ένωση Πανεπιστημιακών Καθηγητών και η Ένωση Σπουδών Μέσης Ανατολής. Οι ομάδες ακαδημαϊκών κατηγόρησαν την κυβέρνηση ότι εφαρμόζει αντισυνταγματική πολιτική απέλασης ανθρώπων με βάση τις πολιτικές τους απόψεις, πολιτική που αποσκοπεί στον εκφοβισμό και την αποθάρρυνση της ελευθερίας λόγου των μελών τους.
Η δίκη το περασμένο καλοκαίρι επικεντρώθηκε στη στοχοποίηση πέντε ξένων φοιτητών και ακαδημαϊκών: των Μαχμούντ Χαλίλ, Γιουνσέο Τσουνγκ και Μόχσεν Μαχντάουι, φοιτητών στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια· της Ρουμέισα Οζτούρκ, μεταπτυχιακής φοιτήτριας στο Πανεπιστήμιο Ταφτς· και του Μπαντάρ Χαν Σούρι, μεταδιδακτορικού ερευνητή στο Πανεπιστήμιο Τζορτζτάουν.
Όλοι συνελήφθησαν, εκτός από την Τσουνγκ, η οποία εξασφάλισε περιοριστική εντολή πριν προλάβει να τη βρει η ICE. Οι άλλοι τέσσερις αφέθηκαν ελεύθεροι κατόπιν εντολών ομοσπονδιακών δικαστών, όμως η κυβέρνηση Τραμπ εξακολουθεί να επιχειρεί την απέλασή τους. Την Πέμπτη, εφετείο στη Φιλαδέλφεια ανέτρεψε απόφαση κατώτερου δικαστηρίου στην υπόθεση του Χαλίλ για λόγους αρμοδιότητας, εγείροντας το ενδεχόμενο να συλληφθεί εκ νέου.
Ο Γιανγκ είπε ότι αναμένει να εκδώσει την επόμενη Πέμπτη μια πιο περιορισμένης εμβέλειας απόφαση, η οποία θα προστατεύει τα μη πολίτη μέλη των εναγουσών οργανώσεων από αλλαγές στο μεταναστευτικό τους καθεστώς, εκτός από ορισμένες σαφώς καθορισμένες περιπτώσεις.
Μηχανισμός καταστολής
Η δίκη του 2025 αποκάλυψε τον μηχανισμό πίσω από την καταστολή στα πανεπιστήμια από την κυβέρνηση Τραμπ. Ανώτεροι κυβερνητικοί αξιωματούχοι καθοδήγησαν προσωπικό του Υπουργείου Εσωτερικής Ασφάλειας, το οποίο συνήθως αναλύει διεθνή εγκληματικά δίκτυα, να συντάξει αντ’ αυτού αναφορές για φοιτητές που συμμετείχαν σε φιλοπαλαιστινιακές διαδηλώσεις, κατέθεσε ένας αξιωματούχος.
Οι αναλυτές βασίστηκαν σε μεγάλο βαθμό σε χιλιάδες προφίλ που παρήγαγε το Canary Mission, μια αδιαφανής φιλοϊσραηλινή ομάδα που δηλώνει ότι καταγράφει άτομα τα οποία «προωθούν το μίσος κατά των ΗΠΑ, του Ισραήλ και των Εβραίων» στα πανεπιστήμια.
Εργαζόμενη κυρίως με βάση τις λίστες του Canary Mission, η Homeland Security Investigations, τμήμα της ICE, παρήγαγε μεταξύ 100 και 200 αναφορών για φοιτητές διαδηλωτές, κατέθεσε ο αξιωματούχος.
Στη συνέχεια, το Υπουργείο Εσωτερικής Ασφάλειας διαβίβασε δεκάδες τέτοιες αναφορές στο Υπουργείο Εξωτερικών, εισηγούμενο την ανάκληση των θεωρήσεων (βίζες) και των πράσινων καρτών των φοιτητών και ακαδημαϊκών, ανοίγοντας τον δρόμο για την απομάκρυνσή τους. Μέσα σε λίγες εβδομάδες, ορισμένοι συνελήφθησαν από μασκοφόρους πράκτορες με πολιτικά και μεταφέρθηκαν αεροπορικώς σε κέντρα κράτησης στη Λουιζιάνα και το Τέξας.
Αξιωματούχοι και πράκτορες της Homeland Security Investigations κατέθεσαν ότι ποτέ πριν από το 2025 δεν τους είχε ζητηθεί να συντάξουν αναφορές για φοιτητές διαδηλωτές, ούτε να συλλάβουν μη πολίτες φοιτητές επειδή είχε αλλάξει το μεταναστευτικό τους καθεστώς














































