Η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ursula von der Leyen ανακοίνωσε την Τρίτη (30/12) σχέδια για δημοπρασίες ομολόγων, οι οποίες, εφόσον εγκριθούν από τα κράτη-μέλη της ΕΕ, θα παρέχουν χρηματοδότηση στις εθνικές κυβερνήσεις για αμυντικές δαπάνες.
Τα κράτη-μέλη θα αποπληρώνουν στη συνέχεια στην Επιτροπή τα κεφάλαια που θα έχουν χρησιμοποιήσει – γεγονός που σημαίνει ότι αυτά τα ποσά θα επιβαρύνουν τις υποχρεώσεις του εθνούς – κράτους.
Δεν έχει επίσης ξεκαθαριστεί τι θα συμβεί με τους αντιρρησίες.
Οι παρεμβάσεις της ΕΚΤ διατήρησαν χαμηλά το κόστος δανεισμού στην Ευρωζώνη
Άνοδος των αποδόσεων
Την Παρασκευή 2 Ιανουαρίου, οι αποδόσεις των κρατικών ομολόγων της ευρωζώνης κατέγραψαν άνοδο, καθώς οι επενδυτές προετοιμάζονταν για ένα νέο έτος που αναμένεται να χαρακτηρίζεται από εκτεταμένη έκδοση χρέους, τις επιπτώσεις της κατακόρυφης ανόδου των δημοσιονομικών δαπανών στη Γερμανία και αυξημένες γεωπολιτικές αναταράξεις.
Το κλίμα στις συναλλαγές παρέμεινε υποτονικό μετά την αργία της Πέμπτης (1 Ιανουαρίου), ωστόσο οι αποδόσεις των 10ετών ομολόγων αυξήθηκαν κατά 2–3 μονάδες βάσης σε ολόκληρη την περιοχή.
Στη Γερμανία, η απόδοση του Bund αυξήθηκε κατά 3,1 μονάδες βάσης, φτάνοντας το 2,89%, σηματοδοτώντας τη μεγαλύτερη ετήσια άνοδο από το 2022, όταν είχε σημειωθεί η παγκόσμια έξαρση των πληθωριστικών πιέσεων.
Ενώ οι αποδόσεις στη Γαλλία επίσης κινήθηκαν ανοδικά, οι ιταλικές αποδόσεις παρουσίασαν ελάχιστη μεταβολή, ενώ οι αποδόσεις των βρετανικών gilts, που στο παρελθόν έχουν εμφανίσει έντονη μεταβλητότητα, υποχώρησαν.
Το ενδιαφέρον στρέφεται στην επικείμενη εκδοση 10ετούς ομολόγου της Σλοβενίας, με αναδόχους τράπεζες όπως η Barclays, η DZ Bank και η HSBC να διαδραματίζουν βασικό ρόλο.
Η Commerzbank προβλέπει ότι οι πιέσεις στο κόστος δανεισμού θα παραμείνουν έντονες λόγω των νέων εκδόσεων ομολόγων, εκτιμώντας ότι οι ιδιώτες επενδυτές θα χρειαστεί να απορροφήσουν καθαρή προσφορά-ρεκόρ ύψους 234 δισ. ευρώ μέσα στη χρονιά.
Παράλληλα, η έκδοση 20ετούς ομολόγου της Γερμανίας παραμένει ελκυστική, λόγω των μεταρρυθμίσεων στο ολλανδικό συνταξιοδοτικό σύστημα το οποίοέχει μεγάλη έκθεση στο γερμανικό χρέος.

Τι φοβάται η αγορά
Η Ulrika Torell, ανώτερη διαχειρίστρια χαρτοφυλακίου στο σουηδικό συνταξιοδοτικό ταμείο Alecta, το οποίο διαχειρίζεται περιουσιακά στοιχεία ύψους περίπου 118 δισ. ευρώ, δήλωσε ότι το fund θα εξέταζε το ενδεχόμενο επένδυσης σε νέο χρέος της ΕΕ, με βάση τις προηγούμενες αγορές του.
Ο Tony Persson, επικεφαλής επενδύσεων σταθερού εισοδήματος της Alecta, υπογράμμισε το έντονο ενδιαφέρον της αγοράς για αυτά τα ομόλογα, υπό την προϋπόθεση ότι θα επιτευχθεί πολιτική συναίνεση – πράγμα δύσκολο εάν δούμε τους εσωτερικούς πολιτικούς συσχετισμούς στην ΕΕ.
Η ευνοϊκή πιστοληπτική αξιολόγηση (ΑΑΑ) της ΕΕ ενισχύει την ελκυστικότητα του δανεισμού της, με τους μεγάλους οίκους αξιολόγησης —πλην της Standard & Poor’s— να της αποδίδουν αξιολόγηση ΑΑΑ, κατατάσσοντάς την ουσιαστικά εκδότη χωρίς επενδυτικό κίνδυνο.
Η Γερμανία παραμένει η μόνη μεγάλη οικονομία της ΕΕ με αντίστοιχη πιστοληπτική αξιολόγηση.
Η μειωμένη διαθεσιμότητα ομολόγων υψηλής αξιολόγησης, μετά από υποβαθμίσεις διαφόρων εκδοτών, έχει αυξήσει το ενδιαφέρον για τα ευρωομόλογα, σύμφωνα με την Elizabeth Palandeng, εκπρόσωπο της APG, του επενδυτικού βραχίονα του μεγαλύτερου συνταξιοδοτικού ταμείου της Ολλανδίας, ABP.
Η σταδιακή (καταστροφική) πορεία προς το κοινό χρέος
Ιστορικά, η ΕΕ έχει προχωρήσει σε κοινό δανεισμό, όμως η πανδημία της COVID-19 αποτέλεσε σημείο καμπής, επιτρέποντας στην Ένωση να αντλήσει κεφάλαια τη στιγμή που αρκετά κράτη-μέλη αντιμετώπιζαν μη βιώσιμα επίπεδα χρέους.
Μέχρι το τέλος του 2024, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή είχε αντλήσει 330 δισ. ευρώ για το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (NextGenerationEU) και επιπλέον 100 δισ. ευρώ μέσω του προγράμματος SURE για την προστασία της απασχόλησης κατά τη διάρκεια της πανδημίας.
Πριν από αυτόν τον μηχανισμό χρηματοδότησης, η Επιτροπή εξέδιδε χρέος περίπου 500 εκατ. ευρώ ετησίως.
Τα τελευταία χρόνια, η ΕΕ προσέφυγε στις αγορές για 50 δισ. ευρώ προκειμένου να στηρίξει την Ουκρανία, καθώς και επιπλέον 4 δισ. ευρώ για επενδύσεις στα Δυτικά Βαλκάνια.
Σύμφωνα με προηγούμενο σχέδιο της Επιτροπής, υπήρχε πρόθεση άντλησης περίπου 160 δισ. ευρώ το 2025, γεγονός που θα την καθιστούσε τον πέμπτο μεγαλύτερο εκδότη διαπραγματεύσιμου χρέους σε ευρώ φέτος, αν και εξακολουθεί να υπολείπεται των εθνικών ταμείων χωρών όπως η Γαλλία και η Ιταλία, οι οποίες αναμένεται να εκδώσουν πάνω από 300 δισ. ευρώ.
Η δημοσιονομική πειθαρχία παραμένει ένα ανοικτό πολιτικό ζήτημα, ιδιαίτερα μεταξύ οικονομικά ισχυρών χωρών όπως η Γερμανία και η Δανία, οι οποίες παραδοσιακά υποστηρίζουν περιορισμούς στον όγκο και την έκταση του κοινού δανεισμού της ΕΕ.

H επίδραση του κοινού δανεισμού στα κράτη – μέλη
Εάν ένας σημαντικός γύρος κοινού δανεισμού στεφθεί με επιτυχία, θα μπορούσε να εδραιώσει τη θέση της ΕΕ ως τακτικού συμμετέχοντα στην αγορά ομολόγων.
Η πρόταση της von der Leyen ευθυγραμμίζεται με τις εισηγήσεις του πρώην προέδρου της ΕΚΤ, Mario Draghi, για τη χρηματοδότηση κοινών ευρωπαϊκών προκλήσεων μέσω συλλογικών πόρων, αναγνωρίζοντας την «ασφάλεια και άμυνα» ως βασικό δημόσιο αγαθό.
Ο Alvise Lennkh-Yunus, επικεφαλής κρατικού και δημόσιου χρέους στον οίκο Scope Ratings, τόνισε ότι ο νέος κοινός δανεισμός θα έστελνε ένα θετικό μήνυμα στις αγορές, παρόμοιο με εκείνο που δημιούργησε το πλαίσιο ανάκαμψης NextGenerationEU κατά την πανδημία.
Προς το παρόν, η ΕΕ αντιμετωπίζει δυσκολίες στην επίτευξη βέλτιστης τιμολόγησης των ομολόγων της, καθώς οι τίτλοι της δεν περιλαμβάνονται ακόμη σε βασικούς δείκτες κρατικού χρέους – μια τέτοια ένταξη θα υποχρέωνε επενδυτικά κεφάλαια που διαχειρίζονται τρισεκατομμύρια ευρώ να κατευθύνουν πόρους προς το χρέος της ΕΕ.
Επιπλέον, η έλλειψη δυνατοτήτων αντιστάθμισης κινδύνου μέσω συμβολαίων μελλοντικής εκπλήρωσης (futures) και δικαιωμάτων προαίρεσης (options) διαφοροποιεί τα ομόλογα της ΕΕ από τα εθνικά κρατικά ομόλογα, όπως τα γερμανικά Bunds και τα γαλλικά OATs.

Η Stéphanie Riso, ανώτατη αξιωματούχος προϋπολογισμού της Επιτροπής, έχει εκφράσει τον στόχο να «κανονικοποιηθούν» τα κοινά ευρωπαϊκά ομόλογα ως καθιερωμένα χρηματοοικονομικά προϊόντα, υπενθυμίζοντας ότι στο παρελθόν ο δανεισμός της ΕΕ αντιμετωπιζόταν ως χρέος οργανισμών με κρατική εγγύηση.
Η Riso αναγνώρισε ότι καταβάλλονται προσπάθειες για να αποσαφηνιστεί στις αγορές η εξελισσόμενη φύση των ομολόγων της ΕΕ.
Παρά το γεγονός ότι η αγορά χρέους είναι ήδη ανταγωνιστική και πιεσμένη από την παγκόσμια άνοδο του κρατικού δανεισμού, η οποία διαμορφώθηκε στο εξωφρενικό ποσό των 100 τρισ. δολ. παρατηρητές επισημαίνουν ότι το κοινό χρέος μπορεί να εξυπηρετήσει καλύτερα ορισμένες χώρες σε σύγκριση με την εθνική έκδοση, αν και η αύξηση της προσφοράς ομολόγων ενδέχεται να οδηγήσει σε υψηλότερο κόστος δανεισμού και να προκαλέσει κρίση χρέους η οποία θα πλήξει τις πλέον ευάλωτες χώρες, όπως η Γαλλία και η Ιταλία (δεν συζητάμε κάν την Ελλάδα…)












































