Η διπλω­μα­τία τελε­σι­γράφων – Το modus operandi και οι dealmakers της τρα­μπι­κής ατζέντας

251

Η προεδρία του Ντόναλντ Τραμπ δεν κινείται εντός των ορίων της «παραδοσιακής» διπλωματίας. Συχνά μοιάζει με παιχνίδι πίεσης και εκβιασμών. Αντί για ήπιες διαπραγματεύσεις και συμβιβασμούς, προτιμά να θέτει τελεσίγραφα ξεκαθαρίζοντας: «Ή θα κάνετε αυτό που σας ζητάω ή θα υπάρξουν συνέπειες».

Δεν πρόκειται για περιστασιακή τακτική, αλλά για τον κορμό της εξωτερικής πολιτικής του. Τα τελεσίγραφα αυτά δεν προέρχονται από μια στιγμή έντασης, αλλά από ένα σταθερό modus operandi που διατρέχει σχεδόν όλη την πολιτική σταδιοδρομία του επιχειρηματία. Και κάπως έτσι οι εκβιασμοί βαφτίζονται «ειρηνευτικές πρωτοβουλίες» και οι εξαναγκασμοί παρουσιάζονται ως «τέλος των πολέμων».

Δικαίως λοιπόν αυτοαποκαλείται ειρηνοποιός ή μήπως χρησιμοποιεί την ειρήνη ως εργαλείο πίεσης για να προωθήσει γεωπολιτικά, στρατιωτικά και οικονομικά συμφέροντα; Σε κάθε περίπτωση, δείχνει ότι δεν ενδιαφέρεται για διακριτικές ισορροπίες, αλλά για αποτελέσματα με βάση τους όρους που θέτει ο ίδιος. Η υποχώρηση του αντιπάλου μεταφράζεται αυτόματα σε προσωπικό αφήγημα επιτυχίας, ανεξαρτήτως του τρόπου με τον οποίο επιτεύχθηκε η συμφωνία.

Ασφάλεια με όρους

Ο Τραμπ είχε επανειλημμένα απειλήσει τα κράτη-μέλη του ΝΑΤΟ με αποχώρηση των ΗΠΑ από τη συμμαχία αν δεν συμφωνούσαν να δαπανούν 5% του ΑΕΠ τους για στρατιωτικές δαπάνες. Τελικά στη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ στις 24-25 Ιουνίου οι σύμμαχοι, υπό την αυξανόμενη πίεση, δεσμεύτηκαν –με εξαίρεση την Ισπανία– σε αύξηση των δαπανών για την άμυνα. Ο Τραμπ χαιρέτισε αυτήν τη συμφωνία ως «μεγάλη νίκη» για τις ΗΠΑ. Δεν είναι τυχαίο ότι η πίεση ασκήθηκε κυρίως στα πιο επιφυλακτικά κράτη-μέλη του ΝΑΤΟ και όχι σε εκείνα που κατέγραφαν ήδη υψηλές αμυντικές δαπάνες. Το μήνυμα ήταν σαφές: η συλλογική ασφάλεια παύει να είναι δεδομένη και μετατρέπεται σε όρο συμμόρφωσης.

Οταν η «ειρήνη»  επιβάλλεται

Τον Οκτώβριο ο Τραμπ, προβάλλοντας τον εαυτό του ως βασικό διαμεσολαβητή για μια συμφωνία κατάπαυσης του πυρός στη Γάζα, παρουσίασε ένα αμερικανικής έμπνευσης σχέδιο για το τέλος του πολέμου, θέτοντας αυστηρά χρονικά όρια και όρους στη Χαμάς, προκειμένου να αποδεχτεί την εν λόγω πρόταση. «Σε αντίθετη περίπτωση έρχεται κόλαση» είχε διαμηνύσει χαρακτηριστικά. Κανένα αντίστοιχο τελεσίγραφο δεν στάλθηκε προς το Ισραήλ που βομβάρδιζε ανελέητα αμάχους στον παλαιστινιακό θύλακα. Η οργάνωση αποδέχτηκε τελικά την πρόταση των ΗΠΑ και ο Τραμπ έσπευσε να πανηγυρίσει για ακόμη ένα διπλωματικό επίτευγμα.

Απειλή βομβαρδισμών

Εν μέσω του πολέμου των 12 ημερών που εξαπέλυσε το Ισραήλ στο Ιράν, σε διάγγελμά του από τον Λευκό Οίκο επιβεβαιώνοντας τα αμερικανικά αεροπορικά πλήγματα εναντίον των τριών κύριων πυρηνικών εγκαταστάσεων της χώρας, ο Τραμπ είχε προειδοποιήσει ότι αν δεν υπάρξει άμεση ανταπόκριση από την Τεχεράνη υπέρ της ειρήνης, οι ΗΠΑ είναι έτοιμες για νέα χτυπήματα. Αλλά και πριν από την ισραηλινή επίθεση –τη χαρακτήρισε εξαιρετική– ο Αμερικανός πρόεδρος είχε δώσει τελεσίγραφο 60 ημερών στο Ιράν για τη σύναψη μιας πυρηνικής συμφωνίας.

Με την πλάτη στον τοίχο

Η στρατηγική των τελεσιγράφων έχει χρησιμοποιηθεί κατά κόρον και στο ουκρανικό. Η κυβέρνηση Τραμπ προώθησε ένα πλήρες σχέδιο ειρήνης για τον πόλεμο Ρωσίας – Ουκρανίας, αποτελούμενο από 28 σημεία, το οποίο άρχισε να διαρρέεται στα μέσα ενημέρωσης τον Νοέμβριο. Το προσχέδιο περιελάμβανε όρους οι οποίοι θεωρήθηκαν από πολλούς διεθνείς παρατηρητές επώδυνοι για το Κίεβο και άλλες υποχωρήσεις που ευνοούσαν σημαντικά τη Μόσχα. Η ουκρανική κυβέρνηση αντιμετώπισε το σχέδιο υπό σκληρή, μονομερή πίεση από την Ουάσινγκτον και την απειλή για «πάγωμα» της αμερικανικής στήριξης στην Ουκρανία, σε περίπτωση μη αποδοχής του.

Παρά τις έντονες αντιδράσεις ευρωπαϊκών κυβερνήσεων, η Ουκρανία φέρεται να δήλωσε ότι είναι «έτοιμη να συζητήσει», ουσιαστικά υπό εξαναγκασμό. Το γεγονός αυτό καταδεικνύει ότι ακόμη και ένας πόλεμος ευρωπαϊκής κλίμακας αντιμετωπίστηκε από τον Τραμπ ως εργαλείο πίεσης και όχι ως αποτέλεσμα διαλόγου και διαπραγμάτευσης.

Ασφυκτική πίεση

Με τον ίδιο αμείλικτο μηχανισμό πίεσης ο Τραμπ στρέφει τώρα τα τελεσίγραφά του στη Λατινική Αμερική, βάζοντας στο στόχαστρο τον πρόεδρο της Βενεζουέλας. Ο ένοικος του Λευκού Οίκου φέρεται να απηύθυνε στον Νικολάς Μαδούρο ένα αυστηρό τελεσίγραφο κατά τη διάρκεια τηλεφωνικής συνομιλίας τους στις 21 Νοεμβρίου, δίνοντάς του μερικές ημέρες για να εγκαταλείψει τη χώρα με την οικογένειά του, διαφορετικά οι ΗΠΑ θα προχωρούσαν σε περαιτέρω ενέργειες για την ανατροπή του καθεστώτος στο Καράκας.

Παρά τις αυξανόμενες απειλές από την Ουάσινγκτον, σε μια περίοδο κατά την οποία οι ΗΠΑ έχουν κλιμακώσει τη στρατιωτική παρουσία τους στην Καραϊβική και επιτίθενται σε πλοία στο όνομα της πάταξης της διακίνησης ναρκωτικών, ο Μαδούρο φαίνεται ότι απέρριψε το εν λόγω τελεσίγραφο. Στην περίπτωση του Μαδούρο, η στρατηγική Τραμπ παίρνει ίσως τη σκληρότερη της μορφή: τα τελεσίγραφα στοχεύουν απευθείας στην απομάκρυνση ενός πολιτικού ηγέτη από την εξουσία, αντικαθιστώντας τις παραδοσιακές διαπραγματεύσεις με ωμό εκβιασμό.

Η γλώσσα των δασμών

Στην περίπτωση της Κίνας, η στρατηγική των τελεσιγράφων έλαβε εμπορική –αλλά εξίσου ωμή– μορφή τον Απρίλιο του 2025, όταν ο Τραμπ απείλησε δημόσια το Πεκίνο ότι αν δεν απέσυρε τα αντίμετρα δασμών, που είχε επιβάλει κατά των ΗΠΑ, η Ουάσινγκτον θα ανακοίνωνε επιπλέον δασμούς 50% στις κινεζικές εισαγωγές. Το αυστηρό μήνυμα «όλες οι συνομιλίες με την Κίνα θα τερματιστούν» αν το Πεκίνο δεν υποχωρούσε, μετέτρεψε τις εμπορικές διαπραγματεύσεις στο δίλημμα: «Συμφωνήστε ή πληρώστε».

Οι εντάσεις κλιμακώθηκαν ακόμη περισσότερο, καθώς οι ΗΠΑ αύξησαν συνολικά τους δασμούς έως και 145% στα κινεζικά προϊόντα, ενώ παράλληλα επέβαλαν νέους δασμούς 100% και περιορισμούς στις εξαγωγές στρατηγικού λογισμικού προς την Κίνα. Σε αυτή την περίπτωση δεν υπήρξε μονομερής υποχώρηση από την Κίνα, καθώς οι δύο πλευρές κατέληξαν εντέλει σε μια προσωρινή «εκεχειρία» μείωσης δασμών για ορισμένη περίοδο σε αντάλλαγμα για συγκεκριμένες δεσμεύσεις (π.χ. αυξημένες αγορές αμερικανικής σόγιας).

Οι dealmakers της τραμπικής ατζέντας

Τα πρωτοπαλίκαρα που αναλαμβάνουν να φέρουν εις πέρας τα προεδρικά «θέλω»

Στιβ Γουίτκοφ

Απειλές και τελεσίγραφα

Ηγετική μορφή αυτής της ομάδας είναι ο Στιβ Γουίτκοφ, δικηγόρος και ειδικός απεσταλμένος για τον πόλεμο στην Ουκρανία, συνοδευόμενος από άλλους συμβούλους που εκπροσωπούν το «τραμπικό» στιλ διπλωματίας στα μείζονα μέτωπα κρίσης. Στο ουκρανικό ζήτημα ο Γουίτκοφ λειτουργεί ως κεντρικό πρόσωπο στο διπλωματικό παζάρι για την ειρήνευση, κινούμενος συνεχώς μεταξύ Κιέβου, Μόσχας και ευρωπαϊκών πρωτευουσών.

Σε κάθε συνάντησή του με την ουκρανική ή τη ρωσική πλευρά, αλλά και με Ευρωπαίους ηγέτες όπως ο Εμανουέλ Μακρόν, ο Κιρ Στάρμερ και ο Ολαφ Σολτς, εκπροσωπεί τις ιδέες και τις απαιτήσεις του Τραμπ προωθώντας τα εκάστοτε τελεσίγραφα με αυστηρότητα και συχνά ασφυκτική πίεση προς την ουκρανική πλευρά. Σε συνάντηση με τον πρόεδρο Βολοντίμιρ Ζελένσκι, ο Γουίτκοφ φέρεται να έθεσε ευθέως την απειλή «παγώματος» της αμερικανικής βοήθειας στην Ουκρανία εάν το Κίεβο δεν αποδεχόταν την έναρξη συνομιλιών που περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων παραχώρηση εδαφών στη Ρωσία, κάτι που έχει απορρίψει επανειλημμένα.

Εκτός από την Ουκρανία, η Λωρίδα της Γάζας αποτελεί άλλο ένα σημαντικό πεδίο όπου η στρατηγική των τελεσίγραφων του Τραμπ αποτυπώνεται μέσω των απεσταλμένων του. Ο Γουίτκοφ την επισκέφθηκε τον Αύγουστο «για να δει από κοντά τι αντιμετωπίζουν οι Παλαιστίνιοι», σε μια σκηνοθετημένη επίσκεψη μετά την αυξανόμενη πίεση προς τις ΗΠΑ.

 

Τζάρεντ Κούσνερ

Ο γαμπρός για τις μπίζνες

Αλλος ένας καθοριστικός παίκτης είναι ο Τζάρεντ Κούσνερ, επιχειρηματίας και γαμπρός του Τραμπ, ο οποίος, χωρίς να διαθέτει κάποιο θεσμικό αξίωμα, κινείται ως άτυπος διαπραγματευτής με εμφανή στόχο τη σύνδεση των γεωπολιτικών διευθετήσεων με οικονομικά deals και επενδύσεις. Η λογική του κέρδους μεταφέρεται ευθέως στην καρδιά της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, θολώνοντας τα όρια ανάμεσα στη διπλωματία, την προσωπική επιρροή και τα ιδιωτικά συμφέροντα.

Γουίτκοφ και Κούσνερ έχουν προσπαθήσει να «εμβαθύνουν» τον ρόλο των ΗΠΑ ως διαμεσολαβητή συνδέοντας τις πολιτικές διευθετήσεις με τη λογική του «δούναι και λαβείν»: η Ουκρανία καλείται να εγκαταλείψει την προσδοκία ένταξης στο ΝΑΤΟ ως αντάλλαγμα για νομικά δεσμευμένες αμερικανικές εγγυήσεις ασφαλείας. Η εν λόγω πρόταση, μέρος των συνομιλιών της 14ης Δεκεμβρίου στο Βερολίνο, έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις στο Κίεβο, το οποίο έχει ήδη συνάψει συμφωνία για την αποζημίωση των ΗΠΑ μέσω ενός κοινού επενδυτικού ταμείου ανασυγκρότησης με δεκαετή χρηματοδότηση έργων που αφορούν ορυκτούς πόρους, πετρέλαιο, φυσικό αέριο και υποδομές.

Κιθ Κέλογκ

Ενας στρατηγός για το ουκρανικό

Στο ουκρανικό –συνεχίζει να αποτελεί «αγκάθι» για τον «ειρηνοποιό» Τραμπ, ο οποίος υποσχόταν να τερματίσει τον πόλεμο στην Ουκρανία μέσα σε μία μέρα– είχε επιχειρήσει να μεσολαβήσει και ο απερχόμενος απεσταλμένος των ΗΠΑ Κιθ Κέλογκ. Η αποστολή του απόστρατου υποστράτηγου που υπηρέτησε στο Βιετνάμ, στον Παναμά και στο Ιράκ και διετέλεσε προσωπάρχης του Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας στην πρώτη θητεία Τραμπ, παρότι αρχικά παρουσιάστηκε από τον Λευκό Οίκο ως ο κατάλληλος διαπραγματευτής που θα ενίσχυε το σχέδιο Τραμπ για ειρήνευση, στην πράξη έχει να επιδείξει σχεδόν μηδαμινά απτά αποτελέσματα.

Κατά την επίσκεψή του στο Κίεβο στις 19-20 Φεβρουαρίου 2025 συναντήθηκε με τον Ζελένσκι και άλλους αξιωματούχους με στόχο να συζητήσει ενδεχόμενες διαπραγματεύσεις για τον τερματισμό του πολέμου και να μεταφέρει την αμερικανική θέση σχετικά με εγγυήσεις ασφαλείας για ένα πιθανό σχέδιο ειρήνης. Ωστόσο η συνάντηση συνέπεσε με δημόσια ρήξη μεταξύ του Τραμπ και του Ζελένσκι όταν ο Αμερικανός πρόεδρος προχώρησε σε αιχμηρές δηλώσεις για την ουκρανική ηγεσία, γεγονός που κλόνισε την εμπιστοσύνη των Ουκρανών. Η συνέντευξη Τύπου που ήταν προγραμματισμένη να ακολουθήσει ακυρώθηκε τελευταία στιγμή κατόπιν αιτήματος των ΗΠΑ, κάτι που σχολιάστηκε από ουκρανικές πηγές ως ένδειξη διπλωματικής έντασης και αβεβαιότητας στη συνεργασία. Στα μέσα Δεκεμβρίου πάντως δήλωσε ότι η επίλυση βρίσκεται «στα τελευταία δέκα μέτρα».

Τομ Μπάρακ

Κρατά τα κλειδιά στην ανατολική Μεσόγειο

Ενας από τους πιο χαρακτηριστικούς εκπροσώπους της «επιχειρηματικής διπλωματίας» του Τραμπ είναι ο Τομ Μπάρακ, δισεκατομμυριούχος επενδυτής ακινήτων, στενός φίλος του Αμερικανού προέδρου αλλά και του καταδικασμένου σεξουαλικού εγκληματία Τζέφρι Επσταϊν, καθώς και πρόσωπο με βαθιές διασυνδέσεις στον αραβικό κόσμο. Ηταν η επιλογή του Τραμπ για τη θέση του πρέσβη των ΗΠΑ στην Τουρκία, ενώ υπήρξε και πρώην σύμβουλός του. Το 2021 κατηγορήθηκε για παράνομο λόμπινγκ υπέρ της κυβέρνησης των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων. Τελικά απαλλάχθηκε από τις κατηγορίες. Τις τελευταίες εβδομάδες ο Μπάρακ έχει αναλάβει πρωτοβουλίες για την επαναπροσέγγιση Ισραήλ – Τουρκίας και έχει ζητήσει να πέσουν γέφυρες μεταξύ Αθήνας και Αγκυρας.

Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ

Εις το όνομα του πατρός

Αν και δεν κατέχει επίσημο κυβερνητικό αξίωμα, ο Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ (είχε αρραβωνιαστεί την πρέσβειρα των ΗΠΑ στην Αθήνα Κίμπερλι Γκίλφοϊλ) λειτουργεί ως άτυπος εκπρόσωπος του πατέρα του. Συμμετέχει σε διεθνή φόρουμ, ενώ πραγματοποιεί επαφές με επιχειρηματικούς κύκλους και συναντήσεις με συντηρητικούς πολιτικούς, προωθώντας τις θέσεις του Τραμπ σχετικά με ισχυρές επιχειρηματικές συμφωνίες και στρατηγικές συνεργασίες. Στην αρχή του 2025 προκάλεσε αίσθηση με την επίσκεψή του στη Γροιλανδία, η οποία συνέπεσε με τις επανειλημμένες δηλώσεις του προέδρου Τραμπ για ενδεχόμενη εξαγορά του νησιού από τη Δανία. Στις αρχές Δεκεμβρίου κι ενώ ο Τραμπ πίεζε για αποδοχή συμφωνίας από την Ουκρανία, επέκρινε τη «διεφθαρμένη κυβέρνηση» του Κιέβου και τις νέες κυρώσεις της ΕΕ στη Ρωσία, ενώ παράλληλα τόνισε ότι η Βενεζουέλα αποτελεί πιο άμεσο πρόβλημα σε σύγκριση με το ουκρανικό.

 

ΠΗΓΗ Documento

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ προσθέστε το σχόλιό σας
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας