Σε συνέντευξή του στο Euractiv την Παρασκευή 28 Νοεμβρίου 2025, ο Επίτροπος Οικονομίας Valdis Dombrovskis είπε ότι οι χώρες θα πρέπει να επισπεύσουν τις εκταμιεύσεις προς την Ουκρανία από το δάνειο της G7, που συμφωνήθηκε τον Ιούνιο του περασμένου έτους (2024), ώστε να καλυφθεί το επικείμενο οικονομικό κενό της εμπόλεμης χώρας στις αρχές του επόμενου έτους.
«Βρισκόμαστε σε συζητήσεις με άλλους διεθνείς χοτηγούς, εξετάζοντας εάν η στήριξή τους μπορεί να δοθεί νωρίτερα, στην αρχή του έτους», δήλωσε ο Dombrovskis, προσθέτοντας ότι οι δωρητές περιλαμβάνουν το Ηνωμένο Βασίλειο, τον Καναδά, την Ιαπωνία και τις ΗΠΑ.
Αυτό «ενδέχεται να είναι αρκετό … ώστε να καλυφθούν οι χρηματοδοτικές ανάγκες της Ουκρανίας στο πρώτο τρίμηνο του επόμενου έτους», αν και αυτό «μένει να φανεί», πρόσθεσε ο Λετονός επίτροπος.
Η ΕΕ έχει ήδη καταβάλει το μερίδιό της από το δάνειο της G7, συνολικού ύψους 18,1 δισ. ευρώ.
Όμως περίπου 14 δισ. ευρώ του πακέτου δεν έχουν ακόμη εκταμιευθεί από άλλες χώρες, συγκεκριμένα τις ΗΠΑ, τον Καναδά, την Ιαπωνία και το Ηνωμένο Βασίλειο.
Υπολογίζεται ότι το Κίεβο θα αντιμετωπίσει έλλειμμα προϋπολογισμού 12 δισ. δολαρίων (10 δισ. ευρώ) στο πρώτο τρίμηνο του επόμενου έτους.
Οι δηλώσεις του Dombrovskis έρχονται καθώς η ΕΕ είναι διχασμένη όσον αφορά ένα ξεχωριστό «δάνειο επανορθώσεων» ύψους 185 δισ. ευρώ ενόψει της καθοριστικής συνόδου κορυφής των Ευρωπαίων ηγετών στις 18 και 19 Δεκεμβρίου, όπου η Επιτροπή ελπίζει να πείσει το Βέλγιο να στηρίξει το σχέδιο.
Όμως οι προσπάθειες αυτές φάνηκε να μην επιτυγχάνουν την Πέμπτη (27/11), όταν ο Πρωθυπουργός Bart De Wever επέκρινε σφοδρά το σχέδιο σε επιστολή του προς την Πρόεδρο της Επιτροπής Ursula von der Leyen.
Το δάνειο για τις επανορθώσεις στοχεύει στη χρήση χρηματικών υπολοίπων που συνδέονται με ρωσικά κρατικά περιουσιακά στοιχεία τα οποία βρίσκονται στον Euroclear, έναν οίκο εκκαθάρισης με έδρα τις Βρυξέλλες, και τα οποία «πάγωσε» η ΕΕ μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022.
Το δάνειο της G7, αντίθετα, αξιοποιεί το εισόδημα που παράγουν τα περιουσιακά αυτά στοιχεία.
Η παράκαμψη του Βελγίου
Το Βέλγιο αρνείται να στηρίξει το δάνειο αποζημιώσεων εκτός αν οι νομικοί και οικονομικοί κίνδυνοι μοιραστούν και αν άλλα κράτη μέλη της ΕΕ αξιοποιήσουν τα ρωσικά περιουσιακά στοιχεία που βρίσκονται στις δικές τους δικαιοδοσίες.
Το Euroclear έχει εκφράσει παρόμοιες επιφυλάξεις για το σχέδιο και απειλεί με μηνήσεις τους ευρωπαϊκούς θεσμούς – καθώς εκτίθεται σε σοβαρό νομικό κίνδυνο να πρέπει να αποπληρώσει στην Ρωσία «εις ολόκληρον» τα κεφάλαια.
Ο Βέλγος Πρωθυπουργός Bart De Wever δεν έχει μετακινηθεί από την αντίθεσή του στο σχέδιο, το οποίο αναμένεται να προταθεί επίσημα από την Επιτροπή τις επόμενες ημέρες.
Ο Dombrovskis δήλωσε ότι η εξασφάλιση της βελγικής συναίνεσης δεν αποτελεί «προϋπόθεση» όσον αφορά τη δημοσιοποίηση μιας αναλυτικής νομικής πρότασης για το πώς θα λειτουργήσει στην πράξη – αλλά η συμφωνία του Βελγίου θα ήταν «ιδανική».
Παρότι έχει σημειωθεί «τεχνική πρόοδος» στις συνομιλίες μεταξύ αξιωματούχων της ΕΕ και του Βελγίου, παραδέχτηκε ότι υπάρχει ελάχιστη πολιτική πρόοδος.
«Σε αυτό το στάδιο … είναι επίσης σαφές ότι το Βέλγιο δεν έχει ακόμη μετακινηθεί στο να αποδεχθεί αυτή την ιδέα», είπε.
Η πρόταση θα αντιμετωπίσει «προφανώς» τις ανησυχίες του Βελγίου, είπε ο Dombrovskis.
«Το Βέλγιο και άλλα κράτη μέλη θα αναμένουν σαφήνεια», διευκρίνησε,

Μεταβατική λύση
Ο έμπειρος επίτροπος προειδοποίησε επίσης ότι μια ξεχωριστή «μεταβατική» λύση της ΕΕ για την προς τωρινή κάλυψη του δημοσιονομικού κενού της Ουκρανίας «ενδέχεται να είναι αναγκαία» αν οι διαπραγματεύσεις με το Βέλγιο δεν «προχωρήσουν γρήγορα» έως τα τέλη του έτους.
Τέτοια σχήματα, που περιγράφονται σε ένα «κείμενο επιλογών» το οποίο κυκλοφόρησε στα κράτη μέλη την περασμένη εβδομάδα, θα προέβλεπαν τη χρήση κοινού χρέους της ΕΕ και διμερών επιχορηγήσεων από κράτη μέλη ως εναλλακτικούς τρόπους προσωρινής κάλυψης του δημοσιονομικού κενού του Κιέβου.
Το κείμενο εκτιμά ότι η Ουκρανία θα χρειαστεί στρατιωτική και οικονομική στήριξη ύψους 72 δισ. ευρώ το 2026 και επιπλέον 64 δισ. ευρώ το 2027.
Η Ursula von der Leyen πρότεινε νωρίτερα αυτή την εβδομάδα ότι αυτές οι εναλλακτικές λύσεις δεν θα ήταν εφικτές αν χρηματοδοτούνταν εξ ολοκλήρου από χρήματα των Ευρωπαίων φορολογουμένων.
Ο Dombrovskis, πρώην πρωθυπουργός της Λετονίας, τόνισε ότι η ΕΕ χρειάζεται «να προχωρήσει, επειδή οι χρηματοδοτικές ανάγκες της Ουκρανίας δεν είναι μόνο σημαντικές, είναι και επείγουσες.»
«Δεν μπορούμε να συζητάμε ατέρμονα τις επιλογές μας», είπε.
«Χρειάζεται να λάβουμε συγκεκριμένες αποφάσεις.», συμπλήρωσε δεδομένου ότι έφτασε η ώρα μηδέν για την Ουκρανία καθώς κινδυνεύει μέχρι την άνοιξη να ξεμείνει από πόρους.

Μία «μαύρη τρύπα» για την ευρωπαϊκή οικονομία
Την ίδια ώρα, ένα ειρηνευτικό σχέδιο για την Ουκρανία που θα άφηνε τη χώρα ακρωτηριασμένη από τα εδάφη που ήδη κατέχει η Ρωσία θα είχε βαρύ οικονομικό κόστος για την Ευρώπη.
Όλες οι προτάσεις εκεχειρίας οι οποίες παρουσιάστηκαν τις τελευταίες δύο εβδομάδες, είτε από την αμερικανική κυβέρνηση είτε από Ευρωπαίους, περιλαμβάνουν την αποδοχή εκ μέρους του Κιέβου ότι η Ρωσία διατηρεί, τουλάχιστον προσωρινά, τον έλεγχο όλου ή μέρους δύο περιοχών που έχει προσαρτήσει – του Donbass και του Luhansk .
Αυτό θα προκαλούσε μια εστία αβεβαιότητας που θα βάραινε την ευρωπαϊκή οικονομία για χρόνια, σύμφωνα με ανάλυση του Reuters.

Καταρχάς, η ειρήνη θα έφερνε στο προσκήνιο το γεγονός ότι ο Πρόεδρος Vladimir Putin, ως νικητής του πολέμου, δεν θα δεχθεί ποτέ ότι τα «παγωμένα» αποθεματικά της χώρας του – περίπου 300 δισ. δολάρια σε ΗΠΑ, Ιαπωνία, Ηνωμένο Βασίλειο και Ευρώπη – μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την ανοικοδόμηση της Ουκρανίας, όπως απαιτούν οι κυβερνήσεις της ΕΕ.
Μία πρόταση που συζητείται εντός της ΕΕ και υποστηρίζεται από τον Γερμανό Καγκελάριο Friedrich Merz θα προέβλεπε τη χρήση τουλάχιστον των περιουσιακών στοιχείων που βρίσκονται στην κεντρική τράπεζα της Ένωσης – περίπου 210 δισ. δολάρια – ως εγγύηση για ένα «δάνειο πολεμικών επανορθώσεων» προς την Ουκρανία.
Όμως οι ηγέτες της ΕΕ πρέπει να δράσουν πολύ ταχύτερα προκειμένου να έχει αποτελεσματικότητα αυτή η λύση πράγμα που δεν διαφαίνεται στον ορίζοντα, εξαιτίας των διαφορετικών απόψεων και του ασύμμετρου επιμερισμού του κινδύνου.
Πριν από σχεδόν ένα χρόνο, η Παγκόσμια Τράπεζα εκτιμούσε ότι το κόστος ανοικοδόμησης της χώρας ανερχόταν στα 524 δισ. δολάρια για την επόμενη δεκαετία.
Ένα χρόνο αργότερα, ο λογαριασμός πλησιάζει πλέον τα 600 δισ. δολάρια, όπως ανέφερε Ευρωπαίος αξιωματούχος στο Breakingviews του Reuters.
Αντί η Ρωσία να επωμιστεί το μισό κόστος μέσω εγκατάλειψης των παγωμένων αποθεματικών της, οι σύμμαχοι της Ουκρανίας μπορεί να χρειαστεί να αναλάβουν σχεδόν όλο το βάρος.
Σύμφωνα με την Παγκόσμια Τράπεζα, η ανοικοδόμηση της Ουκρανίας θα πρέπει να χρηματοδοτηθεί από ένα μείγμα ξένων κυβερνήσεων, διεθνών οργανισμών και ιδιωτικών επενδυτών.
Όμως αν το εδαφικό καθεστώς δεν έχει διευθετηθεί, η Ουκρανία δεν θα μπορέσει να βασιστεί στη ροή ιδιωτικών ξένων κεφαλαίων που θα βοηθούσαν την οικονομία της να ανακάμψει.
Ακόμη κι αν οι δύο πλευρές αποδεχθούν ένα ασταθές status quo, ο φόβος επανέναρξης των εχθροπραξιών – και μιας νέας ρωσικής εισβολής – θα αποθαρρύνει τους επενδυτές για χρόνια.
Η οικονομία της Ουκρανίας έχει αποδειχθεί ανθεκτική από το 2022 όταν ξεκίνησε ο πόλεμος.
Όμως το ΑΕΠ της φέτος θα παραμείνει κατά 20% χαμηλότερο από τα επίπεδα του 2021, σύμφωνα με εκτίμηση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου.
Και το Donbass και το Luhansk αντιστοιχούσαν περίπου στο 15% της παραγωγής της χώρας τότε, σύμφωνα με την Παγκόσμια Τράπεζα.
Έτσι, η ανοικοδόμηση θα απαιτήσει χρόνο.
Μερικοί από τα πάνω από 5 εκατομμύρια Ουκρανών προσφύγων που έχουν βρει καταφύγιο στην υπόλοιπη Ευρώπη – εκ των οποίων περίπου 75% είναι γυναίκες και παιδιά – μπορεί να επιλέξουν να επιστρέψουν στην πατρίδα τους, ακόμη κι αν η εκεχειρία με τη Ρωσία φαίνεται εύθραυστη.
Αυτό θα μπορούσε να συμβάλει στην ενίσχυση των προοπτικών ανάπτυξης της χώρας με την αύξηση του εργατικού δυναμικού της.
Η Γερμανία έχει υποδεχθεί 1,3 εκατομμύρια πρόσφυγες από την αρχή της σύγκρουσης και η Πολωνία πάνω από 1 εκατομμύριο, σύμφωνα με την Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες.
Η ΕΕ θα εξακολουθήσει να χρειάζεται να βοηθήσει το Κίεβο στην κατάρτιση όσων επιστρέψουν και να χρηματοδοτήσει την κοινωνική τους στήριξη καθώς προσαρμόζονται στις ανάγκες ανοικοδόμησης της χώρας. Και οι περίπου 200.000 στρατιώτες που θα επιστρέψουν στην πολιτική ζωή – αν το μέγεθος των ουκρανικών ενόπλων δυνάμεων καθοριστεί στες 800.000, σύμφωνα με πρόταση της ΕΕ – θα χρειαστούν παρόμοια υποστήριξη.
Η ένταξη της Ουκρανίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση θα παρεμποδιστεί επίσης από την καταπάτηση της εδαφικής της ακεραιότητας, αν το διεθνές καθεστώς των δύο περιοχών το οποίο τελεί υπό «αναστολή» δεν διευθετηθεί οριστικά.

Ο έλεγχος των συνόρων στο πλαίσιο της εθνικής κυριαρχίας θεωρείται από την ΕΕ ως η εγγύηση ότι οι νόμοι και οι κανονισμοί της θα εφαρμόζονται από τις εθνικές κυβερνήσεις.
Αν η ασταθής εκεχειρία που τώρα εξετάζεται κηρυχθεί στην Ανατολική Ουκρανία, οι Δυτικοευρωπαίοι θα πρέπει, αν μη τι άλλο, να αυξήσουν τις αμυντικές τους δαπάνες ακόμη πιο γρήγορα απ’ ό,τι σχεδιάζουν.
Άλλες χώρες κοντά στη Ρωσία θα χρειαστεί να ενισχύσουν την άμυνά τους – και το ίδιο και η υπόλοιπη Ευρώπη.
Οι επενδυτές που έστειλαν τις ευρωπαϊκές αμυντικές μετοχές έως και 5% χαμηλότερα μετά την ανακοίνωση του πρώτου ειρηνευτικού σχεδίου του Trump – με μετοχές όπως της γερμανικής Rheinmetall να υποχωρούν έως και 13% – φαίνεται να μην αντιλαμβάνονται ότι η Ουκρανία δεν είναι ο μοναδικός προορισμός των ευρωπαϊκών όπλων.
Οι αυξανόμενοι αμυντικοί προϋπολογισμοί στην περιοχή πρόκειται να δαπανηθούν για την προετοιμασία ενός πιθανού μελλοντικού πολέμου με τη Ρωσία.

Ασφυκτικές πιέσεις στο Βέλγιο – Τι κάνετε τα χρήματα
Οι Βρυξέλλες αυξάνουν την πίεση προς το Βέλγιο να αποδεσμεύσει 140 δισεκατομμύρια ευρώ από τα παγωμένα ρωσικά περιουσιακά στοιχεία που βρίσκονται στις Βρυξέλλες, κατηγορώντας την κυβέρνηση του Bart De Wever ότι δεν αποκαλύπτει πλήρως τι κάνει με τα φορολογικά έσοδα που προκύπτουν από αυτά.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, θέλει συμφωνία των 27 χωρών της ΕΕ για την αποστολή των ρωσικών κεφαλαίων για αποζημιώσεις στο Κίεβο, σε μια προσπάθεια διάσωσης της ουκρανικής οικονομίας.
Η υποστήριξη του Βελγίου στο σχέδιο είναι κρίσιμη, καθώς τα περιουσιακά στοιχεία που η ΕΕ ελπίζει να χρησιμοποιήσει κατέχονται από το βελγικό χρηματοπιστωτικό ίδρυμα Euroclear.
Ωστόσο, ο πρωθυπουργός του Βελγίου αντιστέκεται, υποστηρίζοντας ότι η χώρα ενδέχεται να βρεθεί σε δύσκολη θέση έναντι της Ρωσίας
Ο ίδιος δήλωσε ότι το σχέδιο της ΕΕ πιθανόν να θέσει σε κίνδυνο τις πιθανότητες για μια ειρηνευτική συμφωνία για τον τερματισμό του σχεδόν τετραετούς πολέμου.
Εν τω μεταξύ πέντε Ευρωπαίοι διπλωμάτες, σύμφωνα με το Politico, που ζήτησαν να μην αποκαλυφθούν τα ονόματά τους ούτε οι χώρες τους, κατήγγειλαν ότι το Βέλγιο εκμεταλλεύεται τα έσοδα από τους φόρους που εισπράττει από τις ρωσικές καταθέσεις.
Όπως τόνισαν, η χώρα παραβιάζει τη διεθνώς αποδεκτή υποχρέωση που ανέλαβε πέρυσι, να δημοσιοποιήσει πώς διαχειρίζεται τα έσοδα από τους φόρους που εισπράττει από τα παγωμένα κεφάλαια, τα οποία θα έπρεπε να διατεθούν στην Ουκρανία.
Οι διπλωμάτες δήλωσαν ότι τα χρήματα εξακολουθούν να ενσωματώνονται στον εθνικό προϋπολογισμό του Βελγίου, καθιστώντας αδύνατο να προσδιοριστεί εάν οι Βρυξέλλες τηρούν πλήρως τις δεσμεύσεις τους έναντι του Κιέβου.
«Λαμβάνοντας υπόψη αυτή τη συμπεριφορά κωλυσιεργείας, αναρωτιέται κανείς αν έχει γίνει κατανοητό ότι εδώ διακυβεύεται η ασφάλεια της Ευρώπης», δήλωσε ανώτερος διπλωμάτης της ΕΕ στο POLITICO.
Αμφιβολίες
«Και με βάση τα στοιχεία, υπάρχουν αμφιβολίες ως προς το αν το Βέλγιο τηρεί την υπόσχεσή του να παραδώσει τα έκτακτα φορολογικά έσοδα στην Ουκρανία».
Τα χρήματα είναι δύσκολο να εντοπιστούν, αλλά οι διπλωμάτες που αμφισβητούν τα στοιχεία χρησιμοποιούν πηγές, όπως το Kiel Institute, το οποίο υπολογίζει τη συνολική οικονομική υποχρέωση του Βελγίου προς την Ουκρανία σε 3,44 δισεκατομμύρια ευρώ από την έναρξη του πολέμου έως τις 31 Αυγούστου 2025.
Ο φόρος από τα ρωσικά περιουσιακά στοιχεία ανήλθε σε 1,7 δισεκατομμύρια ευρώ, μόνο το 2024.
Δεδομένου ότι τα ρωσικά περιουσιακά στοιχεία φυλάσσονται από τη Euroclear με έδρα τις Βρυξέλλες, η βελγική κυβέρνηση επιβάλλει εταιρικό φόρο 25% επί των κερδών που προκύπτουν από τους τόκους.
Η βελγική κυβέρνηση απέρριψε την κριτική των διπλωματών, λέγοντας ότι όλοι οι φόροι που εισπράχθηκαν προορίζονταν» για το Κίεβο. Δεν απάντησε άμεσα σε ερώτηση σχετικά με το εάν είχαν ήδη καταβληθεί όλοι.
Έπρεπε να είχε λυθεί από πέρσι
Μέρος της αγανάκτησης των Ευρωπαίων, οφείλεται στο γεγονός ότι αυτό το πρόβλημα της έλλειψης διαφάνειας έπρεπε να είχε επιλυθεί ήδη από πέρυσι.
Το 2024, αρκετές δυτικές χώρες κατηγόρησαν τη βελγική κυβέρνηση ότι χρησιμοποιούσε μέρος των φορολογικών εσόδων από τα ρωσικά περιουσιακά στοιχεία για να καλύψει δημοσιονομικές ανάγκες.
Σε απάντηση, η προηγούμενη βελγική κυβέρνηση δεσμεύτηκε να μεταφέρει τα εν λόγω έσοδα σε χρηματοπιστωτικό οργανισμό της ΕΕ και της G7 για την Ουκρανία.
Ωστόσο, δεν τήρησε ποτέ αυτή την υπόσχεση. Όταν ρωτήθηκε «γιατί», η βελγική κυβέρνηση δεν απάντησε.
Έτερος ανώτερος διπλωμάτης της ΕΕ που επέκρινε τη έδωσε μια εξήγηση.
«Τα φορολογικά έσοδα ήταν ήδη μέρος του εγχώριου προϋπολογισμού τους και δεν ήθελαν να τα παραχωρήσουν», δήλωσε.
Η επιστροφή της ρωσικής οικονομίας
Η τελική ανησυχία για την Ευρώπη και την Ουκρανία είναι ότι η «ειρήνη» θα έδινε οικονομική ανάσα στον Vladimir Putin.
Στην αρχική αμερικανική εκδοχή μίας πιθανής εκεχειρίας, οι οικονομικές κυρώσεις της Ουάσιγκτον που ισχύουν από το 2022 θα αίρονταν.
Μετά από τρία χρόνια υπερθέρμανσης της οικονομίας λόγω της μετατροπής της σε πλήρως πολεμική οικονομία, αυτό θα ήταν καταλύτης για τη Ρωσία.
Όπως έχουν τα πράγματα, το ΑΕΠ της χώρας αναμένεται να αυξηθεί ελάχιστα του χρόνου – κατά 0,5% έως 1%, σύμφωνα με εκτιμήσεις οικονομολόγων. Η βιομηχανική παραγωγή στον πολιτικό τομέα μειώνεται, και ακόμη και η στρατιωτική παραγωγή έχει φτάσει στο μέγιστο της δυναμικότητας.

Οι στρατιωτικές δαπάνες ανέρχονται πλέον στο 8% του ΑΕΠ – υποεκτίμηση, καθώς πολλά τμήματα του αμυντικού προϋπολογισμού παραμένουν μυστικά.
Ως αποτέλεσμα, το δημοσιονομικό έλλειμμα διπλασιάστηκε φέτος σε σχέση με το 2024, ξεπερνώντας το 3% του ΑΕΠ.
Και η κυβέρνηση, στερημένη της δυνατότητας δανεισμού από τις αγορές, πρέπει να χρηματοδοτεί το έλλειμμα με εγχώρια μέσα.
Η κυβέρνηση έχει ήδη ανακοινώσει ότι ο ΦΠΑ θα αυξηθεί του χρόνου, πλήττοντας τους καταναλωτές και τροφοδοτώντας τον πληθωρισμό. Οι τιμές αυξάνονται πλέον με ρυθμό 8% τον χρόνο, παρότι το βασικό επιτόκιο παραμένει πάνω από 16%.
Όμως αν οι κυρώσεις αρθούν, οι προοπτικές για την οικονομία – και άρα για τον ρωσικό επανεξοπλισμό – θα καταστούν ιδιαίτερα ανοδικές.
Μια μερική εκεχειρία βασισμένη στο υπάρχον status quo θα έχει ένα ισχυρό πλεονέκτημα: το τέλος της καταστροφής και των χιλιάδων παράλογων θανάτων.
Αλλά αν η Ευρώπη επιβαρυνθεί επί χρόνια από μια ασταθή Ουκρανία, ο κίνδυνος είναι μια δημοσιονομική «μαύρη τρύπα» – και η πολύ πραγματική πιθανότητα μελλοντικής σύγκρουσης ούτως ή άλλως.









































