Κριτική Θεάτρου: Γιάννης Κουρτάκης, Αποτυχημένες Απόπειρες Αιώρησης στο Εργαστήριό μου στο Δ΄ της Πειραιώς 260, Ιούνιος 2018

486
σαράντος

Φέτος το Φεστιβάλ Αθηνών ξεκίνησε με την επανάληψη του περσινού κλεισίματός του, τις Αποτυχημένες Απόπειρες Αιώρησης στο Εργαστήριό μου, σε σύλληψη και σκηνοθεσία του Δημήτρη Κουρτάκη, στο Δ΄ της Πειραιώς 260. Επιλογή επιβεβλημένη αφού επρόκειτο για παράσταση, άρτια από πολλές απόψεις και αρκετά αδικημένη καθώς παίχτηκε τις τελευταίες μέρες της περσινής διοργάνωσης. Η ιδέα και η υλοποίησή της, όπως ομολογεί σε συνέντευξή του ο σκηνοθέτης, οφείλει πολλά στον πολυτάλαντο περφόρμερ-ηθοποιό Άρη Σερβετάλη, του οποίου η σκηνική παρουσία έφερε το απαιτούμενο μπεκετικό στοιχείο πάνω στο οποίο ήταν στηριγμένο το όλο εγχείρημα.

Ένα δεκαπεντασέλιδο κείμενο, εμπνευσμένο από το πεζογραφικό έργο και την προσωπικότητα του Μπέκετ, χωρισμένο σε ενότητες, που το υπογράφουν ο σκηνοθέτης, η Ελένη Παπάζογλου και η Αναστασία Τζέλλου,  αποτέλεσε την αφορμή για κάθε απόπειρα αιώρησης του μυαλού και του σώματος του περφόρμερ. Εντός μιας μεγάλης σκηνικής κατασκευής, ένα λευκό γύψινο εκμαγείο διώροφου οικήματος, με κάποια παλαιικά έπιπλα ή απομεινάρια τους, ο Σερβετάλης σερνόταν, σκαρφάλωνε, κρεμιόταν ανάποδα, αιωρείτο αλλά και μετεωριζόταν. Επιπλέον σε αυτή του την προσπάθεια βοηθούσαν οι έξι κάμερες που τον παρακολουθούσαν στενά, τον κατέγραφαν και τον πρόβαλαν στους δύο επιμήκεις (11 μέτρων) εξωτερικούς τοίχους του οικήματος. Για την ακρίβεια τον παρακολουθούσε βιντεοσκοπώντας τον διαρκώς ο Ζερεμί Μπερνάερ (συνεργάτης του σκηνοθέτη Ζυλιέν Γκοσλέν), ενώ κάποιες φορές ήταν ο ίδιος ο περφόρμερ που αυτομαγνητοσκοπούνταν. Το κοινό –που καθόταν εκατέρωθεν της σκηνής– μόνο αποσπασματικά έβλεπε εκ του φυσικού τον ηθοποιό χωρίς τη διαμεσολάβηση της κάμερας, από τις ρωγμές και τα ανοίγματα (πόρτες και παράθυρα) της κατασκευής. Η κίνηση ήταν διαρκής, ενώ ο λόγος του, εσωτερικός πάντα –στα αυτιά μας έφτανε με τη βοήθεια μιας ψείρας και των ηχείων– αρκετά αποσπασματικός, περισσότερο λειτουργούσε σαν έναυσμα για προσωπικό στοχασμό πάνω στα παράδοξα και τα αδιέξοδα της ανθρώπινης ύπαρξης, παρά ως κάτι εντελές και ολοκληρωμένο.  Η επεξεργασία των ήχων της παράστασης γινόταν επίσης επιτόπου από τον πολύπειρο και ταλαντούχο Δημήτρη Καμαρωτό.

Όπως όλο το θέατρο του παραλόγου, έτσι και το μπεκετικό έργο, του οποίου αποτελεί ίσως την πιο ολοκληρωμένη έκφραση, έρχεται να μας συναντήσει ακριβώς τη στιγμή που το άτομο βρίσκεται κατακερματισμένο μετά τη φρικτή εμπειρία του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου.  Μέσα από την ελαχιστοποίηση των λέξεων, το νοηματικό κενό τους, τη συνεχή φθορά, που όμως αρνείται πεισματικά ένα (λυτρωτικό;) τέλος, τις πολλαπλά σημαίνουσες σιωπές, που αποδομούν εντέλει τον λόγο και ταυτόχρονα τον ενδύουν με μια λεπτή ειρωνεία για την ανθρώπινη ύπαρξη, το έργο του νομπελίστα συγγραφέα παραμένει δεκαετίες τώρα στην αιχμή της επικαιρότητας. Άλλωστε οι διαδοχικές κοινωνικές κρίσεις που μαστίζουν τον δυτικό κόσμο, αποκόπτοντας το άτομο από τη δυνατότητα να βιώσει μια κανονικότητα και εντός αυτής να δομήσει την ταυτότητά του, αποτελούν πια τη μόνη πραγματικότητα που συνειδητοποιεί.

Αυτή ακριβώς την προοδευτικά συνειδητοποιούμενη αποκλίνουσα και στρεβλή πραγματικότητα παρουσιάζει στη σκηνή ο Σερβετάλης. Ως έναν βαθμό λειτουργεί σαν καθρέφτης μας, εξεικονίζει τις αμφίβολες, επισφαλείς ισορροπίες μας, τα «στριμώγματά» μας «στη γωνία», τα αδιέξοδά μας. Υπέροχα αποδόθηκε μάλιστα σκηνικά η συγκεκριμένη εικόνα καθώς ο ηθοποιός, σε κατακόρυφη, ανεστραμμένη θέση, κολλημένος σε μια γωνιά του δωματίου προβαλλόταν ανάποδα στους εξωτερικούς τοίχους ώστε να νομίζει κανείς πως είχε στριμωχθεί στο ταβάνι του δωματίου. Με παρόμοιο σημαίνοντα τρόπο έπαιξαν στο ασπρόμαυρο τοπίο του σκηνικού και οι φωτοσκιάσεις που δημιούργησε ο υπεύθυνος για τα φώτα (και συνεργάτης του σκηνοθέτη Μπομπ Γουίλσον) Σκότ Μπόλμαν.

Μετά από την πορεία που έγραψε και στους δύο ορόφους του κτιρίου ο ηθοποιός, αναζητώντας μάταια έναν τρόπο φυγής από τη μοναξιά του, κατέληξε σε ένα σκάμμα με πέτρες που βρισκόταν στο ισόγειο. Αφού πρώτα το έσκαψε με μανία, έπειτα ξάπλωσε εντός του και άρχισε να θάβεται, σαν να επιθυμούσε διακαώς ένα τέλος, μια λύτρωση από το μαρτύριο της ύπαρξης. Όμως, όπως επισημαίνει και η Erika Fischer-Lichte αναφερόμενη στο κοινωνικό και ψυχολογικό υπόβαθρο πάνω στο οποίο χτίζεται το θέατρο του παραλόγου, ο μεταπολεμικός άνθρωπος, μετά την εμπειρία των κρεματορίων του Άουσβιτς και της βόμβας της Χιροσίμα, έχει βρεθεί όχι μόνο με «κατακερματισμένη» την «ταυτότητά» του αλλά και με παντελή αδυναμία να εξασφαλίσει έναν «ατομικό ανθρώπινο θάνατο».[1]

Όλη η παράσταση του Κουρτάκη έδινε την εντύπωση μιας σπουδής πάνω στην μπεκετική διάνοια, η οποία, ως τέτοια, είναι φυσικό να παραμένει ανοιχτή στο χρόνο και έτοιμη ανά πάσα στιγμή να επανέλθει για μελέτη στο «καλλιτεχνικό σπουδαστήριο» των δημιουργών. Κάτι που σίγουρα ελπίζουμε να γίνει στο μέλλον.

 

[1] Erika Fischer-Lichte, Ιστορία ευρωπαϊκού δράματος και θεάτρου, από τον Ρομαντισμό μέχρι σήμερα, μετ.  Γιώργος Σαγκριώτης, Πλέθρον, Αθήνα 2012, σ. 241-256.

*Η Ναταλί Μηνιώτη είναι Διδάκτωρ Θεατρολογίας

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ προσθέστε το σχόλιό σας
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας